Ο Ασφοντυλίτης, παραμύθι από την Αμοργό, από την Εύη Γεροκώστα

0
105

Τίτλος: Ο Ασφοντυλίτης
Κείμενο: Εύη Γεροκώστα
Εικόνες: Νίκος Σταυρακαντωνάκης
Περιοδικό Το Παραμύθι, τ. 3, άνοιξη 2011
Αρχές καλοκαιριού στην Αμοργό.
Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι μου αφηγήθηκαν
την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικούς τρόπους.
Τους άκουσα καλά κι έφτιαξα μια τέταρτη…

evi_gerokosta_synentefksi4

“Παλιά, πολύ παλιά, σ’ ένα νησί κοντά και μακριά, γεννήθηκε ένα αγόρι. Όπως όλα τα μωρά, σαν βγήκε από την κοιλιά της μάνας του, έκλαψε, φώναξε, πάλεψε με τη μπάμπω του που ήθελε σώνει και καλά να τον φασκιώσει, και τελικά αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά εκείνης που τον κουβαλούσε μέσα της εννιά μήνες.
Η μάνα του… η Ρηνούλα. Την είχε αγαπήσει ο Νικόλας. Μόλις αγόρασε δική του βάρκα, τη ζήτησε από τον πατέρα της. Ο γάμος έγινε στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα, εκεί όπου την είχε πρωτοδεί να μαζεύει λουλούδια ένα χρόνο πριν, Ιούλη μήνα, δυο μέρες πριν τη γιορτή του άγιου. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί γνώρισαν τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Στο τραπέζι τους είχαν πάντα ψωμί, στο μπουκάλι τους πάντα ρακί, στα πρόσωπά τους πάντα φως.
Τα βράδια, την ώρα που η Ρηνιώ μπάλωνε τα δίχτυα του, εκείνος της μιλούσε για τα ψάρια της θάλασσας και της έλεγε ιστορίες για κύματα και φουρτούνες. Κι όταν εκείνη τρόμαζε, την έπαιρνε στην αγκαλιά του και της τραγουδούσε. Και τότε τραγουδούσε όλο το σπίτι, όλη η γειτονιά, όλο το νησί…

Με τον καιρό τον αγάπησε κι εκείνη πολύ. Και τον αγάπησε πιότερο εκείνο το πρωί, όταν ένιωσε ότι μέσα της είχε αρχίσει να χτυπά μια δεύτερη καρδιά. Από μικρό κορίτσι είχε για παιχνίδι ν’ ακούει και να μετρά τους χτύπους της καρδιάς της. Σε κάθε χτύπο έκανε κι ένα όνειρο. Και τώρα τα όνειρα γίνονταν ξαφνικά διπλά, και φοβόταν ότι θα τα ξεχνούσε. Πήρε τότε ένα παλιό φουστάνι της μάνας της, άσπρο, εκείνο που το φορούσε κάποτε στο πανηγύρι, κι άρχισε να ράβει πάνω κουδουνάκια. Ένα κουδουνάκι για κάθε όνειρο, για να μην ξεχάσει κανένα.
Πέρασαν σα νερό οι εννιά μήνες. Η Ρηνιώ φούσκωνε, φούσκωνε… «Αγόρι θα ‘ναι στα σίγουρα», της έλεγαν όλοι. Τη μέρα που την έπιασαν οι πόνοι, όλες οι γυναίκες του χωριού μαζεύτηκαν στο σπιτικό της, πρώτη η μαμή.
Ο Νικόλας δεν άντεχε να την ακούει να φωνάζει. Έτρεξε στο λιμάνι, έβαλε στ’ αυτί του ένα κοχύλι, έβλεπε τον ήλιο που έδυε κι έπιασε ένα τραγούδι, ένα από τα πολλά που τραγουδούσε στη Ρηνούλα του όταν τρόμαζε: «Ήθελα να ‘σαι θάλασσα κι εγώ το περιγιάλι, τα κύματά σου να ‘ρχονται στην εδική μου αγκάλη…».
Ώσπου ήρθαν η μάνα και οι δυο αδερφάδες της:
«Έλα ν’ αγκαλιάσεις το γιο σου. Με σφιγμένες γροθιές βγήκε απ’ την κοιλιά της Ρηνιώς. Θα λιώνει πέτρες στα χέρια του.»
«Πού να τον ακούσεις, κλαίει και νομίζεις πως τραγουδά. Αχ, τραγούδια που θα του μάθεις…» Η τρίτη αδερφή δε μίλησε, μοναχά έκλαιγε. «Από τη χαρά της», σκέφτηκαν όλοι.
Έτρεξε ο Νικόλας αγκάλιασε πρώτα τη Ρηνούλα του. Έπειτα πήρε στα χέρια τον γιο του, που ‘χε αποκοιμηθεί, κι ένιωσε ότι πήρε στα χέρια του ολάκερο τον κόσμο. Μάτι δεν έκλεισε εκείνη τη νύχτα. Στεκόταν στο πλάι της μάνας και του μωρού και τους σκέπαζε με φιλιά. Μόλις χάραξε η μέρα, έφτασε η μάνα της Ρηνιώς μ’ ένα ταψί φρέσκο παστέλι. Κι όποιος περνούσε απ’ το κατώφλι τους, γλυκαινόταν από το μέλι και τη χαρά τους.
Το μωρό το είπαν Μάνθο. Ο Μάνθος έμαθε να περπατά, να μιλά. Πήγε στο σχολειό• από το δάσκαλο έμαθε γράμματα κι αριθμούς από τον πατέρα του μυστικά της θάλασσας και τραγούδια. Μεγάλωσε, θέριεψε. Για σπουδές, ούτε λόγος. Δεν τ’ άφηνε το νησί. Κι όλο το νησί μιλούσε για τη δύναμή του. Έπιαναν τα χέρια του• αμούστακο παιδί ακόμα, άρχισε να οργώνει με τα δικά του δίχτυα τη θάλασσα.
Ο Μάνθος δε μιλούσε πολύ, δε γελούσε πολύ, δε θύμωνε πολύ. Όλοι τον αγαπούσαν για το καθαρό βλέμμα και την αντροσύνη του. Τα βράδια πήγαινε στο καφενείο με την παρέα, έπινε και τραγουδούσε. «Όλα τα ‘χουμε εδώ, τίποτα δε μας λείπει. Πού αλλού θα βρούμε ουρανό σαν και τούτον…», έλεγε. Ήθελε να τον φτάσει τον ουρανό κι ανέβαινε, ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, κι έκανε ταξίδια με το νου.
Η κακιά η ώρα ήρθε εκείνο το βαρύ χειμώνα. Ο Μάνθος –τα ‘χε πατήσει τα είκοσι- ξύπνησε μια νύχτα λουσμένος στον ιδρώτα. Ψηνόταν στον πυρετό. Πήγε να σηκωθεί, να ρίξει λίγο νερό πάνω του μήπως και δροσιστεί. Μα δε μπορούσε να σαλέψει. Τα πόδια του τα ‘νιωθε πέτρινα. Πείσμωσε, προσπάθησε ξανά. Τίποτα. Φώναξε τη μάνα του. Η Ρηνιώ φώναξε το γιατρό. Ο γιατρός ρώτησε το γιατρό του απέναντι νησιού. Εκείνος τηλεφώνησε στην Αθήνα. Έβαλαν το Μάνθο στο πρώτο καράβι για Πειραιά. Είκοσι ώρες φουρτούνα, στη θάλασσα και την ψυχή. Μαζί πήγε ο πατέρας του. Η Ρηνιώ θα τους περίμενε να γυρίσουν, όρθιοι κι οι δυο.
Γύρισαν, δυο βδομάδες μετά. Ο Νικόλας τόσο σκυφτός, που θαρρούσες πως περπατούσε στα τέσσερα. Ο Μάνθος σε καροτσάκι στα τέσσερα κι αυτός. Τι να εξηγήσουν, τ’ ανεξήγητα; Ο ψηλός πυρετός, είπαν οι γιατροί. Ο Μάνθος δεν θα περπατούσε ξανά. Θα μάθαινε όμως να ζει έτσι, αρκεί να είχε θέληση. Σχεδόν φυσιολογικά. Έτσι είπαν οι γραμματιζούμενοι. Λίγους μήνες μετά, η Ρηνιώ πέθανε. Τη βρήκαν ένα πρωί στο κρεβάτι της. Στον ύπνο της είχε ξεψυχήσει. Ήταν ακόμα όμορφη.
Ο Νικόλας στάθηκε στο πλάι του γιου του. Δεν πέρασε καιρός πολύς, κι η Ρηνιώ τον πήρε κοντά της, για να της τραγουδά και να μην τρομάζει εκεί πάνω που ήταν.
Τον πρώτο καιρό, ο Μάνθος έμενε κλεισμένος στο σπίτι. Δε μιλούσε σε κανέναν. Τον πρόσεχε η θεια του, εκείνη που έκλαιγε ασταμάτητα τη μέρα που είχε γεννηθεί.
Σα να ‘ξερε… Μονάχα εκείνη ήθελε κοντά του, γιατί μονάχα κοντά της δεν ένιωθε ντροπή. «Έλα, καμάρι μου, πες μου ένα τραγούδι, εμένα που άλλον από σένα δεν έχω στον κόσμο…» Ο Μάνθος της τραγούδαγε, μέχρι που η φωνή πνιγόταν. Και τότε έσφιγγε τις γροθιές κι έμενε ξανά αμίλητος.

Ένα πρωί που ‘ταν μονάχος, σύρθηκε έξω από το σπίτι. Κοίταξε για λίγο τον ουρανό, για λίγο τη θάλασσα, έπειτα το χώμα. Εκείνη η μεγάλη πέτρα, σα να μην την είχε προσέξει τόσα χρόνια κι όμως, εκεί είχαν ξαποστάσει τόσοι και τόσοι, εκεί άνθιζε και πέθαινε κάθε χρόνο το ίδιο λουλούδι. Τόσα χρόνια, κι η πέτρα πάντα εκεί. Σύρθηκε κι άλλο κι έφτασε κοντά της. Ήταν τόσο λεία, γυάλιζε κάτω απ’ τον ήλιο. Εκείνη τη στιγμή, το πρόσωπο του Μάνθου σα να φωτίστηκε. Σύρθηκε ξανά μέσα, πήρε το καλέμι, βγήκε ξανά έξω, κι άρχισε να λαξεύει την πέτρα. Δεν είχε ιδέα τι θα έφτιαχνε. Πέρασε ώρα πολύ. Ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο πρόσωπό του, μα δεν τον ένοιαζε. Λάξευε, λάξευε, ώσπου πάνω στην πέτρα σχηματίστηκε μια γυναικεία μορφή. Έμοιαζε να χορεύει. Το φουστάνι της, αέρινο, θύμιζε το καλό της Ρηνιώς, εκείνο με τα κουδουνάκια, που ‘ταν ακόμα φυλαγμένο στο μπαούλο της. Τα χέρια της, πιο μακριά από το κανονικό, ήταν στραμμένα στον ουρανό. Τα μαλλιά της άγγιζαν το χώμα. Χορεύτρια, νεράιδα ή μάγισσα; Μόλις άφησε το καλέμι, ο Μάνθος την κοίταξε, τον πήραν τα κλάματα, έπειτα άρχισε να τραγουδά, σε μια γλώσσα που κανείς δεν είχε ματακούσει.
Από τότε δεν ξαναμίλησε ποτέ. Άλλοι, οι παλιότεροι, λένε ότι η κοπέλα που χάραξε στην πέτρα ήταν νεράιδα, ζωντάνεψε και του πήρε τη μιλιά. Άλλοι ότι του σάλεψε. Άλλοι πάλι ότι απλώς δεν θέλησε να ξαναμιλήσει. Από το χάραμα ως το νύχτωμα λάξευε πέτρες. Κι όταν τέλειωσαν αυτές που ‘χε κοντά του, άρχισαν να του φέρνουν άλλες, μαζί μ’ ένα πιάτο φαΐ. Ο Μάνθος χαμογελούσε σ’ όλους, μονάχα για λίγο όμως έπειτα έπιανε ξανά το καλέμι και ζωντάνευε κι άλλες μορφές. Χορεύτριες, νεράιδες, μάγισσες; Κανείς δεν έμαθε ποτέ.
Έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα. Ανάσανε τελευταία φορά πάνω σε μια πέτρα, με τις γροθιές σφιγμένες, όπως τη μέρα που γεννήθηκε. Είχε μόλις χαράξει μια κοπέλα, που φάνηκε σ’ όλους πιο όμορφη, πιο πλανεύτρα απ’ όλες τις άλλες.
Εκείνο το νησί ήταν η Αμοργός. Εκείνος ο τόπος, ο Ασφοντυλίτης. Εκεί υπάρχουν ακόμα όλες οι πέτρες που χάραξε ο Μάνθος. Στέκονται ασάλευτες, σαν σ’ ένα μουσείο αλλιώτικο από κάθε άλλο.
Τις βλέπουν όμως μονάχα οι ερωτευμένοι, οι ονειροπαρμένοι και οι αλαφροΐσκιωτοι”. 

Οι πέτρες κρύβουν τα συναισθήματα μας:

Κάθε πέτρα κρύβει και μια ιστορία, άλλες πέτρες είναι στρογγυλές, γυαλιστερές και λαμπυρίζουν τον ήλιο καθώς τις χτυπά το κύμα. Απλώνεις το χέρι να τις πιάσεις και ξεγλιστρούν και ξεφεύγουν. Άλλες πέτρες είναι γκρίζες, μουντές και βυθίζονται στην άμμο σα να θέλουν να κρύψουν τη θλίψη τους. Υπάρχουν όμως και πέτρες πολύχρωμες, που αναβλύζουν χαρά και θέλεις να τις κρατήσεις σαν θησαυρό, σαν μια όμορφη ανάμνηση καλοκαιριού. Το καλοκαίρι μπορεί να τελείωσε όμως οι αναμνήσεις μας μπορούν να φυλαχθούν σε ένα κουτί συναισθημάτων. Κάθε πέτρα έχει και μια ιστορία να μας διηγηθεί. Η πέτρα μπορεί ν’ αποτελέσει αφορμή για να αφηγηθούμε μια ιστορία μαζί με τα παιδιά και ν’ αφουγκραστούμε τους φόβους τους, τις ανησυχίες τους, τις λύπες και τις χαρές τους. Είναι σημαντικό να μάθουμε ν’ ακούμε τις ιστορίες των παιδιών. Η ιστορία ξετυλίγεται σαν ένα βότσαλο που βρήκε κάποιος στην άμμο. Πως βρέθηκε εκεί; Σε ποιον ανήκει; Ποιος άνεμος φύσηξε και έχασε το δρόμο της; ξεκινά ένα ταξίδι περιπέτειας και ποιους θα συναντήσει; Αφήστε τα παιδιά να εκφραστούν με λόγο ή χωρίς λόγο, με κίνηση, με ζωγραφική, με χορό. Οι πέτρες μπορούν να αποκτήσουν ζωντανή οντότητα με ζωγραφική και να εκφράσουν τα συναισθήματα μας χαρά, λύπη, θυμό, απογοήτευση, αγάπη, ευτυχία κ.α

Η Εύη Γεροκώστα γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετάφραση στο Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου. Εργάστηκε σε οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος (Σύλλογος για την Προστασία της Θαλάσσιας Χελώνας, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία), στο ΕΚΕΜΕΛ – Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου, ενώ από το 2004 είναι υπεύθυνη του τμήματος εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Παράλληλα μεταφράζει λογοτεχνία από τα γαλλικά. Ασχολείται επίσης με το θέατρο και το τραγούδι. Το 2002, μια κόκκινη κλωστή την έφερε στο δρόμο των παραμυθιών.
Αφηγείται επαγγελματικά από το 2003 σε σχολεία, μουσικές σκηνές, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ κ.α., για μικρούς και μεγάλους, ιστορίες από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου που άκουσε, διάβασε, έγραψε ή μετέφρασε, κυρίως όμως ιστορίες που τη “διάλεξαν”. Το βιβλίο της “Αστέρια στον πάτο της λίμνης” τιμήθηκε με το βραβείο “Πηνελόπη Μαξίμου” του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.
Τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί στην αφήγηση παραμυθογραμμένων ιστοριών της λογοτεχνίας. Άλλες απευθύνονται σε μικρούς, άλλες σε ενήλικες. Κάποιες τις έχει διαβάσει, άλλες τις έχει γράψει, άλλες τις μαθαίνει από τους συγγραφείς τους, πολλές φορές πριν ακόμη εκδοθούν. Δοκιμάζει μια άλλη προσέγγιση της λογοτεχνίας, με ιστορίες που σαγηνεύουν όσους τις ακούν, κυρίως όμως την ίδια.

Βιβλιογραφία:
Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα, Μεταίχμιο 2010
Αστέρια στον πάτο της λίμνης, Μεταίχμιο 2011
Μια μέρα που έγινε νύχτα, Χριστάκης 2013
Ο βάτραχος και το φιλί, Μεταίχμιο 2013
Μια καρδιά στα δεξιά, Παρρησία 2014

Μεταφράσεις:
Καστοριάδης, Κορνήλιος, 1922-1997, Διάλογοι, Ύψιλον 2001
Verne, Jules, 1828-1905, Το Αιγαίο φλέγεται, Μαραθιά 2001
Loviny, Christophe, Κούβα όπως τη φωτογράφησε ο Κόρντα, Μεταίχμιο 2003
Loviny, Christophe, Κούβα, όπως τη φωτογράφισε ο Κόρντα, Μεταίχμιο 2003
De Guibert, Françoise, Larousse: Τα πρώτα μου γιατί;, Μεταίχμιο 2004
Bouin, Anne, Η πρώτη μου εγκλυκλοπαίδεια για τη φύση Larousse, Μεταίχμιο 2004
Brasseur, Philippe, 1001 δραστηριότητες για να αγαπήσω το βιβλίο, Μεταίχμιο 2005
Lisak, Frédéric, Δραστηριότητες για να ανακαλύψω τη φύση, Μεταίχμιο 2005
Συλλογικό έργο, Η πρώτη μου εγκυκλοπαίδεια για τα ζώα Larousse, Μεταίχμιο 2005
Salmon, Julien, Η σχολή του εγκλήματος, Κέδρος 2005
Horton, Andrew, Ο κινηματογράφος του απρόοπτου, Μαραθιά 2005
Boileau, Pierre, 1906-1989, Οι λύκαινες, Κέδρος 2005
El – Daïf, Rachid, Στο διάολο η Μέριλ Στριπ, Κέδρος 2005
Dugain, Marc, Η κατάρα του Έντγκαρ, Κέδρος 2006
Granotier, Sylvie, Ντοντό, Κέδρος 2006
Vandewiele, Agnes, Ιππότες και κάστρα, Ηλέκτρα 2007
Delalandre, Benoît, Μάγισσες και Σία, Ηλέκτρα 2007
Bouin, Anne, Ο χορός, Ηλέκτρα 2007
De Guibert, Françoise, Στο ζωολογικό κήπο, Ηλέκτρα 2007
De Guibert, Françoise, Τα ζώα στο αγρόκτημα, Ηλέκτρα 2007
De Guibert, Françoise, Το ποδόσφαιρο, Ηλέκτρα 2007
Bertrand, Philippe, Η μάχη των λαχανικών, Μεταίχμιο 2009
Chauvel, Pascal, Η πρώτη μου εγκυκλοπαίδεια για τις επιστήμες Larousse, Μεταίχμιο 2009
Magnier – Moreno, Marianne, Οι βασικές συνταγές μου: Ζαχαροπλαστική, Μεταίχμιο 2009
Black, Keda, Οι βασικές συνταγές μου: Μαγειρική, Μεταίχμιο 2009
Alemagna, Beatrice, Ένα λιοντάρι στο Παρίσι, Κόκκινο 2010
Τα πιο όμορφα νανουρίσματα του κόσμου, Κόκκινο 2010
Lisak, Frédéric, Δραστηριότητες για να ανακαλύψω τη φύση, Μεταίχμιο 2011
Brasseur, Philippe, 1001 δραστηριότητες για να αγαπήσω το βιβλίο, Μεταίχμιο 2014
Dieudonné, Cléa, Μεγάπολις, Κόκκινο 2015

Λοιποί τίτλοι:
Ο αρχισιδηρουργός, Ohnet, Georges, Εκδόσεις 2001 Μαραθιά
Όλοι οι μήνες είν’ καλοί, όλοι να ‘χουν την ευχή, Ημερολόγιο 2008, Εκδόσεις Αρμός 2007

Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της Εύης Γεροκώστα

Δείτε μερικά αποσπάσματα από αφηγήσεις της Εύης Γεροκώστα

Η Εύη Γεροκώστα αφηγείται…

Πέτρες που μιλούν και παραμύθια λένε
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης, το Πανεπιστήμιο Κύπρου φιλοξένησε την παραμυθού Εύη Γεροκώστα, η οποία έδωσε στις 27 Μαρτίου 2015 μια σειρά από παραστάσεις αφήγησης με τίτλο, «Πέτρες που μιλούν και παραμύθια λένε».

Όλα είναι παραμύθι: Η αφήγηση ως συμφιλίωση της παιδικής και της ενήλικης Λογοτεχνίας, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο Σεμιναρίου του Γραφείου Πολιτιστικών Θεμάτων της Δ/νσης Π.Ε. Γ΄ Αθήνας.
Απόσπασμα από την παρουσίαση της Εύης Γεροκώστα στο διήμερο σεμινάριο Φιλαναγνωσίας

Μια μέρα που έγινε νύχτα, οπτικοποίηση του παραμυθιού σε μουσική σύνθεση του Γιάννη Μυγδάνη και εικόνες του Γιώργου Κούρτη
«Ένας κίτρινος λαστιχένιος δράκος βρέθηκε στα χέρια μου.
Άραγε έπεσε από την τσέπη κάποιου πιτσιρίκου που έτρεχε; Ξεχάστηκε σ’ ένα πάρκο, πάνω στις πλάκες ενός πεζοδρομίου;
Ή μήπως έπεσε από τον ουρανό;
Ποιος ξέρει.. Σημασία έχει ότι δυο χέρια τον άφησαν μέσα στα δικά μου.
Για μέρες τον είχα απέναντί μου.
Με κοίταζε και τον κοίταζα. Του μιλούσα κι εκείνος σώπαινε.
Μια μέρα που έγινε νύχτα, τον κοίταξα και με κοίταξε αλλιώτικα. Πήρα χαρτί, πήρα μολύβι.
Κι όλα ξεκίνησαν με μια λέξη.
Η μια λέξη έγινε δύο, τρεις, κι όλο μεγάλωνε…»

Είκοσι λεπτά
Στις 9 Οκτωβρίου 2008, στην ART 10 GALLERY, η παραμυθού Εύη Γεροκώστα και ο ζωγράφος Βαγγέλης Αγναντόπουλος, αφηγήθηκαν παραμύθια της αγάπης, ο καθένας με το δικό του τρόπο.

Το μήλο και το πορτοκάλι του Κωστή Γκιμοσούλη και Μια καρδιά στα δεξιά της Εύης Γεροκώστα
Έξι χρόνια μετά τα πρώτα “είκοσι λεπτά”, μία παράσταση που αγαπήσαμε πολύ, η Εύη Γεροκώστα αφηγείται δύο ιστορίες παραμυθογραμμένες, όση ώρα ο Βαγγέλης Αγναντόπουλος ζωγραφίζει, έχοντας ως πηγή έμπνευσης τη δεύτερη από αυτές. Ακούγονται οι ιστορίες “Το μήλο και το πορτοκάλι” του Κωστή Γκιμοσούλη και “Μια καρδιά στα δεξιά” της Εύης Γεροκώστα.

Ιστορίες μιας καρδιάς σε λάθος θέση
Με αφορμή το νέο της βιβλίο με τίτλο Μια καρδιά στα δεξιά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παρρησία η Εύη Γεροκώστα αφηγείται δικές της ιστορίες. Κάποιες έγιναν βιβλία, άλλες μένουν κρυφές και κρυμμένες. Όλες όμως ταξιδεύουν, με το στόμα… και την καρδιά. Ο Παναγιώτης Τερζάκης σε θεατρικό αναλόγιο, μετράει δώδεκα μικρές και μεγάλες στιγμές. Ο Δημήτρης Κατσούλης και ο Περικλής Τιμπλαλέξης στο βιολί, βρίσκουν εκείνο το λεπτό ραβδάκι που κρύβεται σε κάθε βιολί –την ψυχή του. Ο Γιάννης Μυγδάνης συνοδεύει με τις συνθέσεις του στο πιάνο και συναντά έναν λαστιχένιο δράκο, τη φωνή του ονείρου, έναν φεγγαροχτυπημένο, ένα πράσινο φόρεμα.

Η Τρουλίτα, παραμύθι από την Κρήτη
Αφήγηση από την καταπληκτική παραμυθού Εύη Γεροκώστα στα πλαίσια της 12ης Εβδομάδας Παιδικής Λογοτεχνίας Μονάχου και Νταχάου, στη Γερμανία.

Μαύρο μου Χελιδόνι
«Λευκά τριαντάφυλλα σπαρμένα σ’ ένα μονοπάτι, κρυσταλλένια βουνά, ένα σύννεφο που γίνεται ποτάμι ορμητικό, αγάπες που δεν χάνονται, παραμύθια, τραγούδια της ψυχής και μουσικές ξεχωριστές…. αφροαμερικάνικα gospel & spirituals, δημοτικά τραγούδια, ελληνικά παραμύθια και ινδιάνικες ιστορίες συνθέτουν ένα συναρπαστικό μουσικό ταξίδι από τα βουνά της Ηπείρου στον αμερικανικό Νότο».
O Παναγιώτης Τερζάκης τραγουδά και η Εύη Γεροκώστα μας λέει παραμύθια. Μαζί τους: ο Δημήτρης Κατσούλης στο βιολί , ο ΓιάννηςΜυγδάνης σε πιάνο και όργανο και η Νάνσυ Αγγελάκη στα κρουστά.

Greek Studies: The Story of Apollo and Daphne