Συνέντευξη Άρνε Νταλ: “Δεν πρέπει να κλείνεις ένα βιβλίο και να αισθάνεσαι θλιμμένος”

0
2126

Γεννήθηκε το 1963 και ήταν ο Γιαν Άρναλντ. Με αυτό το όνομα έζησε τα παιδικά του χρόνια, ανάμεσα σε αθλητισμό και πολλά βιβλία, σπούδασε, έγινε κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος, ακαδημαϊκός, μισή ζωή πέρασε. Ώσπου μια μέρα, ξαναγεννήθηκε, με μια συμβολική έκρηξη στο όνομά του ανατίναξε τον εαυτό του και το παρελθόν του και έγινε ο Άρνε Νταλ. Για τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του τον έχουν αποκαλέσει -πετυχημένα- “ποιητή της αστυνομικής λογοτεχνίας“. Δεκαοκτώ βιβλία μετά, έχοντας κατακτήσει δεκάδες διακρίσεις, εκατομμύρια αναγνωστών και θαυμαστών σε όλον τον κόσμο, ο Σουηδός συγγραφέας δικαίως θεωρείται ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς στον κόσμο.

Επισκέφθηκε την Αθήνα -ξανά- για λίγες μέρες στις 30 Οκτωβρίου 2018 και το επόμενο απόγευμα τον συναντήσαμε στο ξενοδοχείο του όπου μας μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, τον Γιαν πριν γίνει Άρνε, την αστυνομική λογοτεχνία, το βιβλίο, τη δημοκρατία και την πολιτική και τη νέα σειρά βιβλίων του (εκδ. Μεταίχμιο) με πρωταγωνιστές τον Σαμ και τη Μόλι.

Ο Άρνε Νταλ στο ELNIPLEX.

Ο μικρός “Άρνε” και οι πρώιμες αστυνομικές ιστορίες

Πώς ήταν σαν παιδί ο Άρνε Νταλ;
Σαν παιδί; Είναι μια καλή ερώτηση. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με αδέρφια. Και οι δύο γονείς μας ήταν δάσκαλοι, οπότε άρχισα να διαβάζω πολύ νωρίς. Ταυτόχρονα ήταν και μια αθλητική οικογένεια, κάναμε ποδόσφαιρο, τρέξιμο και πολλά άλλα. Οπότε ήμουν ένας μαθητής που αγαπούσε τον αθλητισμό αλλά και το διάβασμα. Ήμουν ένας συνδυασμός και των δυο.

Φτιάχνατε ιστορίες με την φαντασία σας;
Ναι. Αν όχι από την ηλικία των 8, περίπου στα 12-13 έως τα 15 έγραψα μερικές αστυνομικές ιστορίες. Ένα συνδυασμό crime, thriller ιστοριών, ενθουσιασμού και έντασης οι οποίες διαδραματίζονταν σε ένα απομονωμένο νησί με παράξενους ανθρώπους. Στις ιστορίες μου υπήρχε πάντα η περιπέτεια, ο ενθουσιασμός και η ένταση, σε εκείνες που διάβαζα αλλά και σε αυτές που θα έγραφα αργότερα. Πρόσφατα βρήκα τις ιστορίες εκείνων των χρόνων και δεν ήταν πολύ αστείες. Η απόφαση όμως να γράφω και να λέω ιστορίες ήρθε πολύ αργότερα.

Ποιο ήταν το πρώτο αστυνομικό βιβλίο που διαβάσατε;
Δεν θυμάμαι αν ήταν όντως το πρώτο, αλλά διάβαζα κάποια παιδικά αστυνομικά βιβλία για 5 μικρά παιδιά που εξιχνίαζαν εγκλήματα μαζί. Αλλά η καθοριστική στιγμή ήρθε όταν διάβασα ένα βιβλίο του συγγραφέα Alistair Macklean ο οποίος έχει γράψει αρκετά σκληρά θρίλερ όπως τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» και ήταν ένα σπουδαίο βιβλίο στη δεκαετία του 70′, το οποίο λέγεται «8 Glasses (When Eight Bells Toll)», δεν ξέρω αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και το οποίο έχει κάποιες σκληρές σκηνές. Ήμουν περίπου 10 χρονών όταν το διάβασα-ίσως ήταν λίγο νωρίς, όπως φαίνεται και από τον σκέτο καφέ που πίνω (γέλια). Η δομή της αστυνομικής λογοτεχνίας ήταν ήδη στο μυαλό μου.

Η επιθυμία να ζήσει ασχολούμενος με τη λογοτεχνία και η κρίση λογοτεχνικής ταυτότητας το 1996

Υπήρξαν λοιπόν κάποιοι συγγραφείς τους οποίους διαβάζατε συστηματικά;
Ναι. Υπήρχε ένα ζευγάρι Σουηδών συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, η MajSjöwall και ο PerWahlöö. Αυτοί έγραψαν για τον αστυνομικό επιθεωρητή Martin Beck. Για μένα ήταν οι καλύτεροι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι πραγματικά με την αστυνομική λογοτεχνία, αρκετά αργότερα, επέστρεψα σε αυτούς. Υπάρχει επίσης άλλος ένα συγγραφέας που θαυμάζω, ο John Steinbeck, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο που ονομάζεται «The pearl», το οποίο διαδραματίζεται στο Μεξικό και μια φτωχός ψαράς βρίσκει ξαφνικά το μεγαλύτερο μαργαριτάρι στον κόσμο. Είναι μια συμβολική ιστορία για τον πλούτο, την απληστία, το κακό και την ανθρώπινη φύση, η οποία ήταν αρκετά συναρπαστική. Οπότε ναι είχα κάποιους αγαπημένους.

Πότε τρύπωσε στο μυαλό το αστυνομικό μυθιστόρημα.
Σταμάτησα να διαβάζω αστυνομικά στην ηλικία των 15, αφού είχα διαβάσει το συγγραφικό δίδυμο Sjöwall-Wahlöö και είχα πάρει τα οφέλη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Τότε ξεκίνησα να διαβάζω άλλα πράγματα και κάποια χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι ήθελα να ασχοληθώ με τη συγγραφή. Ήθελα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περάσω τη ζωή μου ασχολούμενος με την λογοτεχνία. Ήμουν περίπου 19, τότε ήθελα να διαβάσω και άλλου είδους λογοτεχνία, από διάφορες χώρες του κόσμου, Αμερικάνικη, Γαλλική λογοτεχνία, προσπαθώντας να γίνω συγγραφέας. Τότε η λογοτεχνία ήταν κάτι άλλο, ήταν το να ανακαλύπτεις νέους κόσμους, να δημιουργείς κάτι το οποίο είναι μοναδικό. Η αστυνομική λογοτεχνία ήρθε αρκετά αργότερα, όταν ήμουν ήδη συγγραφέας και δεν σκεφτόμουν καν την αστυνομική λογοτεχνία. Ήταν το 1996 όταν διάβασα ένα Σουηδό συγγραφέα, τον Henrik Mankell, και το πρώτο του μυθιστόρημα. Τότε ήταν που έπαθα μια «κρίση» στο είδος λογοτεχνίας που έγραφα και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να κάνω ένα βήμα πίσω και να δοκιμάσω κάτι εντελώς διαφορετικό. Κι αυτό ήταν η αστυνομική λογοτεχνία. Οπότε διαβάζοντάς τον ανακάλυψα, κατά κάποιο τρόπο, το δικό μου υπόβαθρο στο διάβασμα και συνειδητοποίησα κάποια πράγματα τα οποία θα ήθελα να γράψω για τη Σουηδία, τον κόσμο αλλά και τη θέση της Σουηδίας στον κόσμο. Τότε ήταν που θέλησα να γράψω, όχι μόνο για ένα αστυνομικό, αλλά για μία ομάδα αστυνομικών, προσεκτικά δομημένη, γιατί ήξερα ότι θα γράφω γι αυτή την ομάδα για τα επόμενα δέκα χρόνια, έτσι ακριβώς όπως έκανε και το δίδυμο Sjöwall-Wahlöö, οι οποίοι έγραψαν δέκα βιβλία σε δέκα χρόνια. Έκανα ακριβώς το ίδιο 35 χρόνια αργότερα. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα να ασχολούμαι με την αστυνομική λογοτεχνία και τότε ανακάλυψα ότι η αστυνομική λογοτεχνία δεν είναι κάποιο είδος παραλογοτεχνίας αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα καλό είδος λογοτεχνίας. Ήταν ο Henrik Mankell αυτός που μου άνοιξε τα μάτια και με έκανε να δω ότι μπορώ να δημιουργήσω μυστήρια αλλά ταυτόχρονα να γράψω και για τον κόσμο που ζούμε με ένα σοβαρό και ταυτόχρονα διασκεδαστικό τρόπο. Με τα βιβλία μου θα διασκέδαζα, θα υπήρχε μια δόση χιούμορ στα βιβλία μου και δεν θα ήταν μόνο σκοτεινά και τρομακτικά. Αυτή η ομάδα των αστυνομικών θα ήταν και μια διασκεδαστική ομάδα. Ήταν σαν να έχω τα πάντα εκεί και να στρώνω το τραπέζι με κάθε πράγμα-ιστορία, θέμα, ομάδα στη θέση του. Crime fiction was a freedom act.

“Πραγματικά χρειαζόμουν να γίνω κάποιος άλλος”

Είχατε λοιπόν ήδη γράψει βιβλία με το πραγματικό σας όνομα και τότε επιλέγετε να συνεχίσετε με ένα ψευδώνυμο. Σε τι σας βοήθησε αυτό;
Ναι, βοήθησε πολύ. Ο Jan Arnald είχε κολλήσει στον τρόπο γραφής. Είχα βάλει τον εαυτό μου στη γωνία και δεν μπορούσα εύκολα να ξεφύγω. Υποτίθεται ότι όλα θα έπρεπε να μου βγαίνουν ξεχωριστά και μοναδικά, αλλά δεν μπορούσα να γράψω ό,τι ήθελα και σκεφτόμουν ότι είχα στερέψει από ιδέες και ότι όλα είχαν τελειώσει. Ότι θα συνέχιζα την καριέρα μου σαν ακαδημαϊκός στο Πανεπιστήμιο και σαν κριτικός λογοτεχνίας και έτσι αποφάσισα να δώσω στον εαυτό μου μια τελευταία ευκαιρία σαν συγγραφέα. Έπρεπε όμως να απαλλαγώ από τον εαυτό μου και να γίνω κάποιος άλλος, ο οποίος μπορούσε να γράφει πολύ και να το απολαμβάνει. Είχα σταματήσει να απολαμβάνω να γράφω ιστορίες και αυτό ήταν ένα πρόβλημα, γι’ αυτό έπρεπε να βρω ένα τρόπο να το κάνω ξανά και ξεκίνησα από εκείνο το σημείο.

Άρα με τα ίδια γράμματα του ονόματός σας γίνατε ένας άλλος άνθρωπος.
Ναι. Βέβαια υπάρχει και ένα h μέσα στο όνομα. Ήταν σα να ανατίναξα το ίδιο μου το επίθετο και με τα γράμματα που έπεσαν κάτω έγινα ένας άλλος άνθρωπος. Ήταν ένα πείραμα για να δω πόσο μπορώ να παραμείνω ανώνυμος, αλλά τώρα, κοιτάζοντάς το πιο προσεκτικά, ήταν κάτι ψυχολογικό. Πραγματικά χρειαζόμουν να γίνω κάποιος άλλος.

Βρήκατε εύκολα το νέο όνομα;
Ήρθε αρκετά γρήγορα. Ξεκινάει με τα ίδια γράμματα, αλλά στην Σουηδία το Arne χρησιμοποιείται για «μεγαλύτερους» ανθρώπους και λίγο το μετάνιωσα όταν ήμουν νεότερος, αλλά τώρα πιστεύω ότι είναι τέλειο. Μου δημιουργεί και λίγο πρόβλημα όταν φτάνω σε ένα ξενοδοχείο και δεν ξέρω σε ποιο όνομα είναι η κράτηση:

-Hello, I have a reservation. It’s in Dahl.
-No, there is no Dahl.
-Maybe it’s in Arnald.

Είναι το προσωπικό μου παιχνίδι. Θα πετύχω το σωστό όνομα; Ποτέ, πάντα κάνω λάθος.

“Η πλοκή είναι μια απαραίτητη προϋπόθεσή στη συγγραφή,
αλλά δεν είναι αρκετή”

Υπάρχουν ομοιότητες στο τρόπο σκέψης ενός συγγραφέα και ενός αστυνομικού;
Θεωρώ ότι μπορείς να γράψεις πιο αφηρημένα όταν γράφεις άλλου είδους λογοτεχνία, ενώ στην αστυνομική λογοτεχνία τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα. Αυτό που γράφεις πρέπει να μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα και μετά μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο που αφηγείσαι μια ιστορία. Κρατάς την κεντρική ιδέα και μετά δημιουργείς άλλα πράγματα και τότε έρχεται η περιέργεια του τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια, τι ήταν αυτό που μόλις διάβασα. Το συναίσθημα είναι το ίδιο σε όλα τα είδη αφήγησης μιας ιστορίας, άρα δεν υπάρχουν τεράστιες διαφορές. Οι μεγάλες διαφορές είναι ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να ενώσει όλα τα κομμάτια μαζί και στο τέλος να παρουσιάσει μια λύση, να πει την αλήθεια, κάτι το οποίο πιστεύω ότι είναι καλό. Πολλοί συγγραφείς άλλων ειδών μυθιστορημάτων είναι λίγο «τεμπέληδες» στο τέλος και αφήνουν τα πράγματα να εξελιχθούν χωρίς πραγματικό τέλος, κάτι το οποίο είναι καλό αν η ιστορία είναι καλά δομημένη, αλλά άλλες φορές είναι απλά τεμπελιά. Πρέπει να τα κάνεις όλα να λειτουργούν σωστά στο τέλος.

Πολλοί συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, δημιουργούν αξιοζήλευτες ιστορίες ως προς την πλοκή, αλλά ίσως λιγότερο λογοτεχνικές. Είναι σαν μια παράθεση γεγονότων. Είναι αυτό ένα καλό αστυνομικό λογοτεχνικό έργο ή μοιάζει πιο πολύ με τηλεοπτικό σενάριο;
Έχω ανακαλύψει ότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που προέρχονται από την συγγραφή τηλεοπτικών σεναρίων και συνήθως είναι πολύ καλοί στη δημιουργία πλοκής και στο να δημιουργούν ένα «δίχτυ» δένοντας όλες τις ιστορίες μαζί, αλλά τους λείπει το προσωπικό στυλ. Έχω διαβάσει κάποιους από αυτούς. Μπορώ να απολαύσω την πλοκή αλλά συνήθως βαριέμαι και σταματώ το διάβασμα μετά από 50 σελίδες. Ναι, είναι μια πολύ καλή ιστορία, φαίνεται συναρπαστική, είναι σαν να βλέπεις μια τηλεοπτική σειρά η οποία μπορεί να είναι πολύ καλή, αλλά για μένα η λογοτεχνία είναι στυλ. Η λογοτεχνία είναι να γράφεις με το δικό σου προσωπικό τρόπο, έτσι ώστε αν αλλάξεις το στυλ σου, κάτι το οποίο κάνω με κάποιο τρόπο, σε αυτά τα βιβλία, να είναι ένα μεγάλο βήμα. Πρέπει να σκεφτείς διαφορετικά. Έπρεπε να κόψω πράγματα που είχα συμπεριλάβει αρχικά αλλά ταυτόχρονα να κρατήσω και το δικό μου στυλ, το οποίο είναι αναγνωρίσιμο ως το στυλ του Arne Dahl. Δεν μπορώ να προσποιούμαι ότι είναι κάποιος άλλος. Η πλοκή λοιπόν είναι μια απαραίτητη προϋπόθεσή στη συγγραφή, αλλά δεν είναι αρκετή. Η πλοκή πρέπει να είναι αυθεντική, πρέπει πραγματικά να σε καθηλώνει αλλά δεν είναι αρκετή. Πρέπει να υπάρχει ζωντάνια, αγάπη στη γλώσσα και στον τρόπο γραφής, έτσι ώστε να φτιάξει ένα καλό βιβλίο. Αλλά από την άλλη μπορεί να έχει το τέλειο στυλ, πολύ λογοτεχνικό, καλούς χαρακτήρες, καλό ψυχολογικό πορτρέτο αλλά η πλοκή να είναι κακή. Τότε είναι απλά βαρετό. Ούτε κάτι τέτοιο μου αρέσει. Πραγματικά πρέπει να υπάρχουν και τα δύο. Ισορροπία ανάμεσα στην καλή πλοκή και την καλή γλώσσα. Τότε είμαι ικανοποιημένος.

“Ο ποιητής της αστυνομικής λογοτεχνίας” και η πολιτική ορθότητα

Το ότι έχετε εργαστεί ως κριτικός λογοτεχνίας και έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ποίηση σας έχει βοηθήσει να διαμορφώσετε το ιδιαίτερο ύφος γραφής σας;
Θα έλεγα ναι. Πιθανότατα να έχω διαβάσει περισσότερο ποίηση απ’ ότι αστυνομική λογοτεχνία. Δεν ξέρω πόσο αυτό επηρεάζει το στυλ μου ή τη γλώσσα μου. Η ποίηση περιέχει περισσότερο συναίσθημα απ’ ότι τα άλλα μυθιστορήματα και αυτό το συναίσθημα με βοηθάει να βρω νέους τρόπους να αφηγηθώ μια ιστορία, νέες οπτικές και να ανακαλύψω νέους τρόπους γραφής. Αν δεν είχα διαβάσει ποίηση δεν θα μπορούσα να έχω γράψει 18 βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας.

Σας αποκαλούν ποιητή της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Είναι μεγάλη τιμή για μένα.

Έχετε αναφέρει σε συνέντευξή σας πως γράφετε τα βιβλία που θα θέλατε να διαβάσετε;
Ναι. Αν θέλαμε να το δούμε μεταφορικά κοιτάζω τη βιβλιοθήκη μου με όλα όσα έχω διαβάσει και γράψει και κάπου εκεί υπάρχει ένα κενό, λείπει κάποιο βιβλίο. Αυτό είναι που θα γράψω. Κάπως έτσι ήταν και με αυτό το βιβλίο (Επτά Μείον Ένα). Είναι μία ψυχολογική ιστορία η οποία περιέχει μια διαφορετική ανατροπή. Έξυπνη, η οποία κάνει το μυαλό σου να χάνεται λίγο. Αυτό μου έλειπε και αυτό έγραψα κατά κάποιο τρόπο.

Τόσες γυναίκες, όσοι άντρες -όπως συνέβη και στον τηλεοπτικό Άρνε Νταλ- τόσοι λευκοί όσοι μαύροι. Πολιτική ορθότητα;
Σε αυτή την συγκεκριμένη περίπτωση, μάλλον ναι. Προσωπικά δεν το είδα μόνο σαν πολιτική ορθότητα αλλά και σαν ένα είδος ρεαλισμού. Όταν ξεκίνησα να γράφω για την ομάδα Άλφα στα μέσα της δεκαετίας του 90, δεν υπήρχαν τόσες πολλές γυναίκες αστυνομικοί όπως τώρα και αυτό υποτίθεται έπρεπε να ρυθμιστεί. Οπότε ίσως να ήταν λογικό να μην έχουμε μία ομάδα με τόσους πολλούς άνδρες χάριν ρεαλισμού. Στην σημερινή εποχή, στη Σουηδία, τα 2/3 των αστυνομικών είναι γυναίκες. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν ήθελα να νιώθω σαν «γέρος» που γράφει για μάτσο άνδρες. Ένιωσα ότι αυτό ήταν μια προσθήκη με την οποία συμφώνησα. Το πρόβλημα ήταν ότι συμπαθούσα πολύ τον Jan-Olof και είχα ένα προβληματάκι που τον αντικατέστησαν και του άλλαξαν φύλο. Ήταν βέβαια το μόνο πράγμα στο οποίο επέμεινε η εταιρία παραγωγής, αλλά είναι κάτι με το οποίο μπορώ να ζήσω. Αργότερα προστέθηκαν κι άλλοι γυναικείοι χαρακτήρες, όπως η Sara, κι εκεί ήταν που συνειδητοποίησα ότι όντως υπήρχαν αρκετοί άνδρες κι αυτή η προσθήκη έπρεπε να γίνει γιατί ήδη είχα μια πολύ καλή συνεργασία ανάμεσα στο Paul και την Kerstin και θα ήταν καλό άλλος ένας γυναικείος χαρακτήρας, το ίδιο πίστευε και η παραγωγή. Οπότε ναι, ήταν ένα αποδεκτός τρόπος σκέψης και το δέχτηκα.

Είναι περιοριστική στην ελευθερία έκφρασης, για την ελευθερία της τέχνης, αυτή η διαρκής πολιτική ορθότητα που σχεδόν αναδύεται παντού;
Συμφωνώ με τα περισσότερα πράγματα της πολιτικής ορθότητας, συμφωνώ με την ισότητα των φύλων, συμφωνώ με το ότι δεν πρέπει να είμαστε ρατσιστές, δεν είναι περίπλοκο, αλλά μερικές φορές πρέπει να είναι πολύ προσεκτική (η πολιτική ορθότητα). Είμαι συγγραφέας, γράφω βιβλία. Υποτίθεται ότι πρέπει να υπάρχει ελευθερία και αν υπερβώ τα όρια της πολιτικής ορθότητας, δεν σημαίνει ότι δεν είμαι πολιτικά ορθός. Η ελευθερία για την οποία συζητάμε είναι οδυνηρή και αν είναι απαραίτητο ξεπερνάω τα όρια.

“Τέλειο έγκλημα είναι αυτό που δεν έχουμε ακούσει ποτέ”

Η πρόκληση για έναν συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας είναι να γράψει ένα έγκλημα που δεν έχει ξαναγραφτεί ποτέ ή να γράψει για ένα έγκλημα που έχουν γράψει και άλλοι αλλά με τέτοιο τρόπο που ξαναγράφτηκε ποτέ;
Είναι ένα δίλημμα. Είναι πολύ δύσκολο. Υποθέτω ότι οι ίδιοι οι εγκληματίες σκέφτονται «τι άλλα εγκλήματα να διαπράξουμε», κάτι πραγματικά έξυπνο. Να ληστέψουμε κάποιον χωρίς να το παρατηρήσει, να κλέψουμε κάτι χωρίς να μας συλλάβει η αστυνομία. Αλλά επίσης είναι δύσκολο να επινοήσουμε νέα εγκλήματα. Όλα τα εγκλήματα έχουν επινοηθεί από έξυπνους εγκληματίες. Οι έξυπνοι εγκληματίες δεν πιάνονται ποτέ. Οπότε, υποθέτω πως θα πρέπει να επινοήσουμε ξανά παλιά εγκλήματα. Να βρούμε νέα περιβάλλοντα γι’ αυτά. Και το νέο βιβλίο είναι μια υπόθεση απαγωγής, αλλά μπορείς να την αλλάξεις με κάποιο τρόπο και να την κάνεις να φανεί σαν νέο έγκλημα. Να την μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Έχουμε εγκλήματα που αφορούν το μέλλον, έχουν να κάνουν με την κλοπή, τα χρήματα, την εξουσία. Υπάρχουν εγκλήματα που αφορούν το παρελθόν, εκδίκηση και υπάρχουν και εγκλήματα που συμβαίνουν εδώ και τώρα. Δυστυχώς τα εγκλήματα που γίνονται τώρα δεν μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις, οπότε θα πρέπει να ασχοληθείς με τα άλλα δύο. Ο κόσμος δεν περιέχει ατέλειωτα εγκλήματα, υπάρχουν κάποια βασικά εγκλήματα τα οποία τα χρησιμοποιείς και τα αλλάζεις, δίνοντάς τους νέες προοπτικές κάθε φορά.

Υπάρχει το τέλειο έγκλημα;
Υπάρχουν πιθανότατα πολλά τέλεια εγκλήματα τα οποία δεν έχουμε μάθει. Κανείς δεν έχει μάθει και δεν έχει δει. Αυτό είναι το τέλειο έγκλημα, κάτι για το οποίο δεν έχουμε ακούσει ποτέ (γέλια).

“Η δημοκρατία μπορεί να είναι ανεκτική μέχρι θανάτου,
αλλά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί”

Σας απασχολεί πολύ η πολιτική. Η διάδοση των Fake news μέσω διαδικτύου και social media είναι ένα πρόβλημα; Πιστεύετε ότι πρέπει να υπάρξουν κυρώσεις για όσους τα διαδίδουν ή αυτό θα είναι περιορισμός της ελευθερίας του τύπου, δεδομένου ότι αυτό το φαινόμενο μπορεί να επηρεάσει μέχρι και εκλογικές αναμετρήσεις;
Χρειάζεται πάντα μια ισορροπία. Η δημοκρατία είναι ελευθερία έκφρασης, ελευθερία σκέψης και ελευθερία τύπου. Αλλά όταν είναι αυτοκαταστροφική, τότε ξεκινάω να αναρωτιέμαι πού σταματάει αυτό. Όταν ξεκίνησε το θέμα με τις ψεύτικες ειδήσεις, ίσως 5 χρόνια πριν, ξαφνικά δεν χρειαζόταν να ελέγχεις κάτι το οποίο λέγεται. Απλά να πεις κάτι. Όπως οι πολιτικοί, όπως ο Ντοναλντ Τραμπ, ο οποίος κάθε μέρα λέει πράγματα για τα οποία θα τον είχαν διώξει αν δεν ήταν ο Ντοναλντ Τραμπ. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και ολόκληρα έθνη που το κάνουν αυτό, οι Ρώσοι για παράδειγμα έχουν ένα μικρό τμήμα του στρατού που παριστάνουν τους rednecks στις Μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής. Το παρατηρήσαμε κι εμείς στην Σουηδία πρόσφατα, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπου ξαφνικά υπήρχαν πολλοί λογαριασμοί στο twitter με μόνο έναν ακόλουθο. Κι αυτό είναι μόνο ένα πράγμα. Η επιρροή. Να ψεύδεσαι συνεχώς για να κάνεις τους άλλους να πιστέψουν αυτά τα ψέματα ή απλά να τους μπερδέψεις. Το επόμενο βήμα είναι η επιρροή στους εκλεκτικούς μηχανισμούς. Οι ψευδείς ειδήσεις μπορούν να επηρεάσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα και τότε είναι που η δημοκρατία βρίσκεται σε πραγματικό κίνδυνο. Έχει ξεπεράσει τα όρια και δεν τίθεται πλέον θέμα ελευθερίας του λόγου όπως πριν. Πρέπει να είσαι μορφωμένος για πείσεις τους ανθρώπους ότι τα γεγονότα είναι κάτι καλό και ότι υπάρχουν για κάποιο λόγο. Δεν μπορείς απλά να λες κάτι και να το κάνεις πιστευτό. Δεν μπορείς να το σταματήσεις. Από την άλλη, αρχίζει να πιέζει την ισορροπία. Είναι όπως με τους Ναζί στη Γερμανία τη δεκαετία του 30, όπου πήραν την εξουσία μέσα από την δημοκρατία. Οι Γερμανοί ψήφισαν τους Ναζί και αυτοί κάποιους μήνες αργότερα κατάργησαν όλο το δημοκρατικό σύστημα. Έτσι η δημοκρατία μπορεί να είναι ανεκτική μέχρι θανάτου, αλλά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.

Δημιουργούν πρόβλημα τα fake news μέσω κυρίως των social media στην πολική κατάσταση, στην Ευρώπη ας πούμε;
Δεν νομίζω ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν γίνονται βίαια, τότε γίνονται και επικίνδυνα. Ο φασισμός φαίνεται να έρχεται με πολλές διαφορετικές μορφές αλλά θα σταματήσει να αλλάζει μορφές και θα είναι μόνο μία, η βία, η λογοκρισία, η καταπίεση, τα πογκρόμ. Είναι σαν νόμος της φύσης. Κι εκεί είναι που καταλήγουμε όταν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με δημοκρατικό τρόπο. Ξέρω ότι πριν κάποια χρόνια υπήρχαν προβλήματα με τη δημοκρατία στην Ελλάδα και τώρα υπάρχουν παντού. Παλιότερα, στη Σουηδία τουλάχιστον, δεν πιστεύαμε ότι μπορεί να αμφισβητηθεί η δημοκρατία. Υπήρχε ανέκαθεν. Το να αμφισβητείς τη δημοκρατία είναι σαν να αμφισβητείς, για παράδειγμα, τη βαρύτητα. Αλλά η δημοκρατία είναι κάτι που εφευρέθηκε, όπως όλα τα άλλα και χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να την καταλάβουμε και να την κάνουμε να λειτουργήσει. Και τώρα η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο παντού.

Μια παρένθετη ερώτηση. Ποια είναι η σχέση σας  με τη μουσική;
Έχω πολύ καλή σχέση με τη μουσική. Η μουσική με έχει σώσει αρκετές φορές όταν είμαι στις μαύρες μου. Έπαιζα μουσική και ακόμα το κάνω όταν κανείς δεν μπορεί να με ακούσει. Όπως ο Paul Hjelm, ο οποίος παίζει πιάνο όταν δεν τον ακούει κανείς. Παίζω πιάνο και κιθάρα, αλλά μόνο για τον εαυτό μου. Παλιότερα έπαιζα και σε μπάντα. Διαβάζω και γράφω με ένα μουσικό τρόπο, πάντα επιστρέφω στη μουσική. Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει ένας συγκεκριμένος ρυθμός, ένας συγκεκριμένος τόνος. Η μελωδία είναι διαφορετικοί τόνοι και ρυθμοί και είναι πάντα εκεί, οπότε ναι υπάρχουν ομοιότητες στην τζαζ μουσική και την αστυνομική λογοτεχνία. Είναι ένας συνδυασμός αυστηρών συνθέσεων και οργάνωσης. Πρέπει να είσαι και συνθέτης αλλά και να αυτοσχεδιάζεις όταν γράφεις. Ακόμα κι αν υπάρχει μία δομή στις σημειώσεις για το τι θα συμβεί σε κάθε κεφάλαιο, το γράψιμο από μόνο του πρέπει να είναι διασκεδαστικό και ελεύθερο. Οπότε, αν πάρει μία άλλη τροπή από αυτή που είχες σχεδιάσει, αυτό είναι ένα είδος μουσικής επίσης. Όπως όταν ένας μουσικός πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη σύνθεση, αλλά έχει την αίσθηση ότι ξεφεύγοντας θα βρει κάτι καλό. Αυτό μπορεί να συμβεί και στην συγγραφή. Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στην μουσική και την συγγραφή. Κι αν ένα βιβλίο δεν έχει μουσική, το καταλαβαίνω αμέσως όταν ξεκινάω να το διαβάζω και τότε το αφήνω.

“Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο πρέπει να βγαίνεις στην αντίπερα όχθη ανανεωμένος και κερδισμένος”

Ο Άρνε Νταλ κοιτάζει την Ακρόπολη η οποία μπροστά μας κρύβεται από κάποια μάλλον ακαλαίσθητα κτίρια. Photo: ©elniplex, Aneza Kolomvou

Φοβόσαστε  τον θάνατο; Τρόπος για να ξορκίσετε τις φοβίες σας;
Ίσως γι’ αυτό να γίνονται όλα. Αμέσως μόλις αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι κάποια μέρα δεν θα υπάρχεις, το μυαλό αρχίζει και αλλάζει και είναι πολύ περίεργο αν σκέφτεσαι κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω ότι φοβάμαι το θάνατο, αλλά δεν θα ήθελα να συμβεί σύντομα (γέλια). Φυσικά η αστυνομική λογοτεχνία για μένα είναι να αντικρίζω τα πράγματα τα οποία φοβάμαι. Φοβάμαι την ιταλική μαφία. Φοβάμαι τα απαίσια σκοτεινά υπόγεια. Φοβάμαι ότι οι κόρες μου ξαφνικά ένα βράδυ δεν θα γυρίσουν σπίτι. Οπότε υποθέτω ότι μέσα από την αστυνομική λογοτεχνία κοιτάζω όλα αυτά που φοβάμαι και υποθέτω πως ο θάνατος είναι ένα από αυτά. Είναι ένα είδος θεραπείας. Είναι ένας τρόπος να το διαχειριστώ το να το κοιτάζω προσεκτικά. Στη σημερινή εποχή ζούμε μέσα από τα κινητά μας και μαθαίνουμε συνεχώς άσχημα πράγματα, ελάχιστα είναι τα καλά νέα. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος. Εμείς αισθανόμαστε όλο και πιο ανασφαλείς εξαιτίας του πολιτικού χάους που επικρατεί στον κόσμο. Οπότε το να ασχοληθώ με αυτά τα πράγματα και να γράψω γι’ αυτά, μου το κάνει πιο εύκολο και νομίζω πως το ίδιο ισχύει και για τους αναγνώστες. Ίσως ξεπερνάς τους φόβους σου γράφοντας ή διαβάζοντας γι’ αυτούς σε ένα βιβλίο, με την υπόσχεση ότι στο τέλος θα υπάρχει κάτι κατανοητό. Όλα όσα φαίνονται παράλογα, γίνονται πιο λογικά και η κοινή λογική θα επικρατήσει με κάποιο τρόπο στο τέλος. Αυτό είναι το αισιόδοξο κομμάτι των σκοτεινών βιβλίων μου. Πιστεύω πως δεν πρέπει να κλείνεις ένα βιβλίο και να αισθάνεσαι θλιμμένος, πρέπει να βγαίνεις στην αντίπερα όχθη ανανεωμένος και κερδισμένος. Ναι, διάβασα κάτι άσχημο αλλά έχω βγει κερδισμένος από αυτό. Αυτό είναι το αίσθημα που θέλω να πετύχω μέσα από τα βιβλία μου.

“Στο Επτά μείον ένα” δεν μας ενδιαφέρει το ποιος,
αλλά το γιατί το έκανε και που βρίσκεται”

Στο νέο στην Ελλάδα βιβλίο, το “Επτά Μείον Ένα”, τι μας προσφέρει η έλλειψη του whodunit στοιχείου, η αποκάλυψη του δράστη τόσο νωρίς;
Είναι μια περίεργη, κατά κάποιο τρόπο, τεχνική γιατί ο Σαμ Μπέργερ στην ουσία μας λέει ποιος το έκανε. Είναι ο Βίλιαμ Λάρσον. Αν ήμουν νέος συγγραφέας στην αστυνομική λογοτεχνία δεν θα το είχα κάνει ποτέ αυτό, αλλά τώρα πίστευα ότι θα ήταν συναρπαστικό γιατί κάνω κάτι που δεν θα έπρεπε με τίποτα να κάνω. Δεν είναι το θέμα ποιος το έκανε. Αυτό που κερδίζεις δεν είναι το να μάθεις ποιος το έκανε, το γιατί το έκανε είναι πιο σημαντικό. Τότε, αφού αποκάλυψα το ποιος, είχα περισσότερη ενέργεια στο γιατί και πώς έγινε αυτό. Καθώς διαβάζεις το βιβλίο ξέρεις ότι ο δολοφόνος βρίσκεται κάπου αλλά δεν μπορείς να τον βρεις. Δεν είναι θέμα ποιος το έκανε, αλλά που είναι. Είναι διαφορετική προσέγγιση αλλά χρειάζεται να αντλήσεις την ίδια ενέργεια για να προχωρήσεις παρακάτω. Οπότε για μένα ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον τρόπος να αλλάξω τις προϋποθέσεις. Μετά από μία αρκετά μεγάλη σκηνή ανάκρισης, η οποία είναι και η κεντρική σκηνή του βιβλίου και ο καταμερισμός της εξουσίας συνεχώς αλλάζει, οι πρωταγωνιστές συνειδητοποιούν ποιον κυνηγούν αλλά δεν ξέρουν ούτε πως μοιάζει, ούτε πως είναι. Πιθανότατα δεν μοιάζει με ένα κλασικό θρίλερ. Μαθαίνεις γρήγορα ποιος το έκανε. Είναι ένας συνδυασμός θρίλερ και αστυνομικής λογοτεχνίας. Δεν μας ενδιαφέρει το ποιος, αλλά το γιατί το έκανε και που βρίσκεται και αυτό είναι ένα καινούργιο και μοναδικό συναίσθημα επίσης.

Στη Σουηδία η σειρά με τον Σαμ και τη Μόλι βρίσκεται στα τρία βιβλία. Θα ολοκληρωθεί σαν τριλογία ή έχετε πρόθεση να συνεχιστεί περισσότερο;
Για αρκετό διάστημα ήταν ένα stand-alone βιβλίο αλλά όσο γνώριζα τον Σαμ και την Μόλι καταλάβαινα ότι θα γίνει σειρά. Έχουν ένα μοναδικό είδος χημείας την οποία δεν έχω συναντήσει πιο πριν. Ήταν ένα νέο είδος ενέργειας. Μέσα από την ιστορία ξεπηδούσαν συνεχώς νέες ιστορίες και φτάνοντας στο τελευταίο κεφάλαιο  συνειδητοποίησα πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα να πω. Όταν προσπάθησα να δημιουργήσω την τελευταία σκηνή στη βάρκα η οποία ήταν σχετικά ρομαντική και για το σύνολο του βιβλίου ήταν αρκετά αρμονική, οπότε πρόσθεσα κι άλλο στοιχείο το οποίο άλλαξε εντελώς όλο το βιβλίο. Το δεύτερο βιβλίο ξεκινάει από εκεί που τελειώνει το πρώτο και το τρίτο από εκεί που τελειώνει το δεύτερο. Τα τρία βιβλία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα. Είναι μια τριλογία. Ο Σαμ και η Μόλι συνεργάζονται μαζί για λόγους που ξεκαθαρίζουν στο δεύτερο βιβλίο. Το πρώτο βιβλίο διαρκεί ακριβώς μία εβδομάδα, το δεύτερο λίγο παραπάνω. Και τα τρία μαζί συνολικά 50 ημέρες. Το τέταρτο βιβλίο είναι λίγο πιο αποκομμένο από τα υπόλοιπα, στα οποία έχουμε όλο το παρασκήνιο. Στο τέταρτο βιβλίο, μετά από μήνες, ξεκινούν όλα ξανά. Θα γράψω τουλάχιστον 4 ή 5 βιβλία με πρωταγωνιστές τον Σαμ και τη Μόλι και μετά θα δω πως θα πάει και πως θα αισθάνομαι.

Έχετε σκεφτεί να σκοτώσετε κάποιο χαρακτήρα σας;
Ναι, έτσι φαίνεται. Η σειρά Opcop δημιουργήθηκε με πολλούς αστυνομικούς επιθεωρητές έτσι ώστε να μπορώ να σκοτώσω κάποιον ή κάποιους, κάτι το οποίο δεν είναι ευχάριστο αλλά μερικές φορές είναι απαραίτητο και γι’ αυτό και το έκανα. Έτσι δημιουργήθηκε περίπου και η ομάδα Άλφα. Είχα την πρόθεση να σκοτώσω τον Viggo Norlander κι αυτό φαίνεται στο πρώτο βιβλίο, το Misterioso, όπου τον καρφώνουν στον τοίχο, στην Εσθονία. Σε άλλο βιβλίο τον πυροβολούν αλλά μετά είδα τις δυνατότητες που είχε να αναστηθεί από τους νεκρούς και έτσι πάντα καταφέρνει να ξεφύγει, οπότε είναι ακόμα ζωντανός. Έτσι ξεκίνησα κι αυτό το βιβλίο. Ίσως πέθαινε ο Σαμ, ίσως πέθαινε η Μόλι, ίσως πέθαινε η Ντίαρ. Αλλά τώρα το αποκαλώ «Berger and Bloom series» και αυτό είναι πιο δύσκολο να συμβεί αυτή τη στιγμή, αλλά το όλο νόημα αυτής της νέας σειράς είναι ότι όλα μπορούν να συμβούν. Στα άλλα βιβλία ίσως ξέραμε ότι ο Πωλ θα επιβίωνε, εδώ είναι πιο αβέβαιο. Είναι ένα ζευγάρι αστυνομικών το οποίο στο μέλλον δουλεύει μαζί έξω από το πλαίσιο της αστυνομικής δύναμης, ως ιδιωτικοί ντετέκτιβ, ως ζευγάρι. Αλλά αυτό θα πάρει άλλα δυο βιβλία να το ανακαλύψετε εκτός αν μπορείτε να τα διαβάσετε στα σουηδικά.

Κύριε Νταλ, ήταν μεγάλη μας τιμή, ευχαριστούμε θερμά!
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την ωραία συνέντευξη. Σας ευχαριστώ!