Έκτη έκδοση για το “Μάρτυς μου ο Θεός” (βραβείο λογοτεχνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης)

0
317

Στην έκτη έκδοση του βρίσκεται πλέον ένα από τα μυθιστορήματα ορόσημα της τελευταίας 20ετίας, το Μάρτυς μου ο Θεός, του Μάκη Τσίτα, που τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2014, όπως ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Κίχλη που το εκδίδει.Το Μάρτυς μου ο Θεός έχει γνωρίσει μεταφράσεις σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, ενώ συνεχίζει την ευχάριστα ξέφρενη πορεία του και εντός συνόρων. Ο Μάκης Τσίτας είχε πει στη συνέντευξη του στο ELNIPLEX:

«Ο ήρωάς μου είναι ένας καλοκάγαθος ταλαιπωρημένος ευτραφής πενηντάρης που ζει στην Αθήνα λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Όταν ξεκίνησα να τον δημιουργώ ήμουν τριάντα και ο Χρυσοβαλάντης σαράντα κι όταν τελείωσα είχα γίνει σαράντα εγώ και πενήντα εκείνος. Η διαδρομή μαζί του ήταν ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Όσο περνούσε ο καιρός τον αγαπούσα όλο και περισσότερο γι’ αυτό και πρόσθετα δραματικά στοιχεία, χωρίς όμως να μειωθούν τα κωμικά.
Στην αρχή νόμιζα ότι είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Τελικά αποδείχθηκε ότι πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα του –και η κριτική το επισήμανε– ήταν κοινά με του μέσου Νεοέλληνα. Ακούω πολύ συχνά από ανθρώπους που το διάβασαν να λένε «μου θύμισε τον θείο μου τον τάδε ή έναν γνωστό μου ή έναν συνάδερφό μου». (Μια πολύ συμπαθητική κυρία σε μια λέσχη ανάγνωσης, που είχα επισκεφθεί, μου είπε: «ο Χρυσοβαλάντης είναι ο εαυτός μου στο θηλυκό, είμαι χοντρή, άνεργη, πολλά χρόνια χωρίς σύντροφο κι έχω κακή σχέση με το σπίτι μου. Ελπίζω να μην έχω την ίδια κατάληξη μ’ αυτόν». Αισθάνθηκα άβολα, δεν είχα τι να της πω)
»

Το «Μάρτυς μου ο Θεός» εντυπωσιάζει από την αρχή. Ο Τσίτας κερδίζει ένα πολύ σημαντικό βραβείο όπως αυτό της Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το όνομά του ταξιδεύει παντού, μαζί με το βιβλίο του που θα μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Η χαρά του για αυτό το βραβείο ήταν πολύ μεγάλη, δεν το κρύβει. Όταν το έδωσε στον εκδοτικό οίκο (Κίχλη), δεν περίμενε καν όσα θα ακολουθούσαν. Αισθανόταν ανασφαλής με το γραπτό του.

«Σε κάποια σημεία που έγραφα, γελούσα. Και μετά έλεγα στον εαυτό μου: «τι γελάς; Θα το καταλάβουν οι άλλοι ή γελάς μόνος σου;». Ή σε άλλα σημεία που το βιβλίο ήταν δραματικό, υπήρχαν φορές που έκλαιγα την ώρα που το έγραφα. Κι έλεγα: «θα συγκινήσουν αυτά κανέναν ή θα πουν πως είναι μελούρες;». Βέβαια τόσο η αδερφή μου που το είχε διαβάσει πρώτη όσο και η συγγραφέας και μεταφράστρια Μπελίκα Κουμπαρέλη που έκανε και την εξαιρετική επιμέλεια του κειμένου, μου έλεγαν πως το βιβλίο θα αρέσει αλλά εγώ δεν ήμουν καθόλου σίγουρος. Γιατί εκτός των άλλων είχε μεσολαβήσει ένα πολύ μεγάλο κενό από το 1996 που είχε κυκλοφορήσει το πρώτο μου βιβλίο ενηλίκων. Εκείνο είχε πάρει καλές κριτικές αλλά αναρωτιόμουν τι θα πουν για το καινούριο. Γιατί, συνήθως είμαστε πιο αυστηροί στο δεύτερο βιβλίο κάποιου. Αισθανόμουν πολύ ανασφαλής. Κι έλεγα να πάρω πέντε καλές κριτικές, να πουλήσει και εφτακόσια αντίτυπα για να βγάλει ο εκδοτικός οίκος τα έξοδά του και θα είμαι μια χαρά. Μετά ήρθε η άμεση ανταπόκριση, οι κριτικές να γράφονται η μία μετά την άλλη, τα βιβλιοπωλεία που άρχισαν να το προτείνουν, η αγάπη των αναγνωστών. Κι ύστερα το θεατρικό, το βραβείο, οι μεταφράσεις.»

Ο ΑΦΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ –ένας τυπικός αντιήρωας της εποχής μας, άνθρωπος απλός, που δεν επιθυμεί παρά να ζήσει με αξιοπρέπεια–, έχοντας βρεθεί στα πενήντα του χωρίς δουλειά και με υγεία κλονισμένη, εξιστορεί τα πάθη που υφίσταται από παιδί στην αναμέτρησή του με τη σκληρή πραγματικότητα. Όλοι –οι γυναίκες που συναντά, οι εργοδότες του, ακόμη και η ίδια η οικογένειά του– τον προδίδουν, ενώ γύρω του διαγράφεται η εικόνα μιας κοινωνίας που, παρά την επιφανειακή ευμάρεια, βυθίζεται στην παρακμή. Μέσα από τον χειμαρρώδη μονόλογό του, παρακολουθούμε τον αγώνα του να σταθεί όρθιος· οπλισμένος με χιούμορ, με φαντασία και με μια ιδιαίτερη λεκτική ευφορία, δημιουργεί ψηφίδα ψηφίδα έναν δικό του κόσμο.
Ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό, ανάμεσα στο ζωτικό ψεύδος και την αλήθεια, ο ήρωας του Μάκη Τσίτα αποκτά καθολικότερες διαστάσεις ως σύμβολο του ανθρώπου που, εξαιτίας της αγαθότητάς του, αντιμετωπίζει από κάθε πλευρά την εχθρότητα και τον κυνισμό. Συγχρόνως, με τη σχεδόν παιδική αθωότητά του, γίνεται ο καθρέφτης που αντανακλά το εκτρωματικό είδωλο της ίδιας αυτής κοινωνίας η οποία τον εκβάλλει από τους κόλπους της.

Το μυθιστόρημα “Μάρτυς μου ο Θεός” παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα ως προς την αφηγηματική τεχνική. Ο ήρωας μέσα από τον μονόλογό του, που ακολουθεί τη ροή της σκέψης του, επανέρχεται με εμμονικό τρόπο στα ίδια θέματα, σε μικρές ενότητες λόγου, που συχνά δεν συνδέονται μεταξύ τους. Ωστόσο, παρά την έντονη επαναληπτικότητα και αποσπασματικότητα της αφήγησης, χάρη σε μικρές, ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις μια πλοκή αρχίζει σιγά σιγά να διαγράφεται και σταδιακά να εκτυλίσσεται, για να οδηγηθεί τεχνηέντως σε ουσιώδεις ανατροπές και αλλαγή τόνου.
Εντελώς ξεχωριστή είναι και η χρήση της γλώσσας: λόγος προφορικός και ιδιαίτερα εκ-φραστικός, ο οποίος, άλλοτε με λεκτικά παιχνίδια, άλλοτε με έναν γλωσσοπλαστικό οίστρο που αγγίζει ενίοτε γκροτέσκους ή και σουρεαλιστικούς τόνους και άλλοτε με ανατρεπτικό χιούμορ, αντανακλά με ευστοχία τη λοξή ματιά του ήρωα.