1 στους 2 Έλληνες δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο κι εμείς πανηγυρίζουμε

0
2381

Το 51,2% των Ελλήνων δεν διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο το χρόνο. Δηλαδή πάνω από 1 στους 2 Έλληνες αγνοεί το σημαντικότερο προϊόν πολιτισμού των ανθρώπων και του κόσμου. Στον αντίποδα, μόλις το 7,8% διαβάζει πάνω από 10 βιβλία κάθε είδους το χρόνο. Κι αν λάβουμε υπόψη μας ότι έρευνα είναι, όχι ο ορός της αλήθειας, επιτρέψτε μας να αμφιβάλλουμε αν τα ποσοστά είναι μόνον αυτά. Αλλά ας μείνουμε στα πίσημα στοιχεία της Eurostat που μόλις διαβάσατε. Την ίδια ώρα στην Ισλανδία το ποσοστό ανάγνωσης έστω 1 βιβλίου το χρόνο είναι 98%, δηλαδή όλοι, στην Νορβηγία 90%, στη Σουηδία 84%, στη Γερμανία 73%

Κατακλυζόμαστε από βιβλία κάθε είδους, πολυάριθμα και πολλών δυνατοτήτων (πολυτροπικά, διαδραστικά κτλ), αλλά  μόλις 1 στους 13 Έλληνες διαβάζουν έναν ικανοποιητικό αριθμό βιβλίων (δέκα, όχι παραπάνω), ενώ οι μισοί το αγνοούν σα να πρόκειται για κουνουπίδι που τους πειράζει στο στομάχι.

Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό;

Η πολιτεία

Πότε μία ελληνική κυβέρνηση εκπόνησε και προσπάθησε να εφαρμόσει μία ολοκληρωμένη πρόταση, όχι επαφής του βιβλίου και των δημιουργών με τα παιδιά, τους νέους και όλους τους αναγνώστες, αλλά ουσιαστικής φιλαναγνωστικής επανάστασης; Οι περισσότερες κυβερνήσεις αναλώθηκαν σε σποραδικές προσπάθειες που τελικά ταλαιπωρήθηκαν από τα γνωστά σύνδρομα και παθογένειες της χώρας, ενώ βασικό χαρακτηριστικό όλων των προσπαθειών υπήρξε η απουσία οράματος και στόχευσης, μιας Μεγάλης Ιδέας που θα βάλει το βιβλίο στα χέρια όλων των Ελλήνων.

Κι αν κάποιος υποστηρίζει ότι έγινε το Α ή το Β, γιατί τότε τα ποσοστά εν έτει 2018 ειναι τα παραπάνω; Μήπως γιατί όλα όσα επιχειρήθηκαν είναι τουλάχιστον αναποτελεσματικά;

Οι εκδοτικοί οίκοι

Οφείλουν να στρέψουν το αναγνωστικό/αγοραστικό κοινό σε ποιοτικές λύσεις, να προβάλλουν αξιόλογα βιβλία, περιορίζοντας την έκδοση μέτριων προϊόντων. Αν η πολιτεία δίνει το πλαίσιο, τον δρόμο, οι εκδοτικοί οίκοι είναι το σημείο αναφοράς, χτίζουν αναγνωστικές συνήθειες, δίνουν το ρυθμό του βηματισμού.

Δεν είναι άμοιροι ευθυνών οι εκδοτικοί οίκοι. Αν και τα τελευταία χρόνια, πολλοί από αυτούς προσέχουν πολύ τα βήματα και τις εκδόσεις τους, έχοντας περιορίσει αρκετές από τις παλαιότερες κακές εκδόσεις, ωστόσο ο δρόμος που χρειάζεται να διανυθεί είναι ακόμα μακρύς.

Η βιβλιοκουλτούρα των σημερινών γονέων έχει χτιστεί σε περασμένες δεκαετίες, όταν ήταν αυτοί παιδιά. Τα έτοιμα μηνύματα, ο διδακτισμός, οι γλυκανάλατες κοινοτυπίες και οι εύκολες ηθικές συμβουλές με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές επί γενεών μέσα από τα βιβλία, δημιούργησαν το αισθητικό και αναγνωστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν μεγαλώνοντας.
Διαβάζοντας μέτριας ή κακής ποιότητας βιβλία από τα παιδικάτα τους, πλάι σε κάτι κάκιστα «παιδαγωγικά» φύλλα εργασίας και δραστηριοτήτων επιπέδου «χρωμάτισε ο,τι είναι γκρι» ή «κύκλωσε ο,τι έχει σχέση με την 25η Μαρτίου» (οοο, το παιδί μου είναι πολύ έξυπνο, δεν κύκλωσε τον μουσακά αλλά τον μπακαλιάρο, καταπληκτικό!), ο αυριανός αγοραστής/αναγνώστης (;) βιβλίων είχε οδηγηθεί σε δύο επιλογές: ή να βλέπει ως πολύ δύσκολη ή βαρετή υπόθεση την ανάγνωση κάθε βιβλίου που έχει να πει κάτι ή να καταναλώνει λίγα και εύπεπτα βιβλία.

Όταν αυτοί οι γονείς μπήκαν κάποτε στο βιβλιοπωλείο ή όπου υπάρχει πώληση βιβλίων (χαρτοπωλεία, σούπερ μάρκετ κτλ), άρχισαν να αγοράζουν στα παιδιά τους την εξελιγμένη βερσιόν όσων κατανάλωσαν οι ίδιοι πριν 25 χρόνια, όταν ήταν παιδιά.

Γέμισε η αγορά αυτοκολλητάκια, πριγκίπισσες και οπλοφορούντες, γκλίτερ, ιλουστρασιόν, βιβλία χρωματισμού διάσημων ταινιών και animation και πολλά μέτρια βιβλία, λογοτεχνίας, γνώσεων και παιδαγωγικά. Η παραγωγή τέτοιων βιβλίων (και δεν είναι λίγα) τορπιλίσε και εξακολουθεί να βομβαρδίζει στα θεμέλια οποιαδήποτε προσπάθεια για αλλαγή και οικοδόμηση πραγματικής αναγνωστικής κουλτούρας.

Οι εκπαιδευτικοί και το σχολείο

Αμ, έχουμε βάλει το χεράκι μας και τη χερούκλα μας και οι εκπαιδευτικοί. Αναζητάμε το θέμα, το μήνυμα, τη διδαχή. Τι κάνω τώρα στην τάξη; Περιβάλλον! Ε, θα τα γονατίσω στα βιβλία ανακύκλωσης και οικολογικής ευαισθητοποίησης. Ξάπλα το παιδί! Ούτε λόγος για α-μηνυματικές (ας μου επιτραπεί η κακή λέξη) όμορφες ιστορίες που διαμορφώνουν και αναβαθμίζουν το αισθητικό κριτήριο των παιδιών. Ούτε λόγος να αναζητήσουμε 5-10 καλά βιβλία κάθε χρόνο. Τι ξέρω; Την Ντενεκεδούπολη; Τέλος! Δεν χρειάζεται να ξαναψάξω βιβλίο για τη δημοκρατία και τη δικτατορία. Αλλά δεν πάμε πουθενά έτσι, αδέρφια.

Το χειρότερο όμως που έπραξε το σχολείο και οι φορείς του (με την καθοριστική αρωγή της πολιτείας) ήταν η προσέγγιση του βιβλίου ως ενός εργαλείου μεταφοράς γνώσης που ταλαιπωρεί, ένα είδος καταναγκαστικού έργου που “πρέπει” το ‘να και “πρέπει” τ’ άλλο, όργανο μιας ελίτ κουλτουριάρηδων που προσπαθεί σώνει και καλά να μας αναγκάσει όλους να διαβάσουμε ενώ εμείς αναζητούμε τη ζωή πάντα κάπου αλλού, στα μπιλιάρδα, στα κινητά, στα instagram.

Το βιβλίο εμφανιζόταν πάντα ως ευαγγέλιο ενώ όλες οι άλλες μορφές γνώσης (βίωμα, τεχνολογία κτλ) δαιμονοποιούνταν, γεγονός που έφερνε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Είναι δυνατόν να διαβάζεις “εξω-σχολικά” (τί όρος!) βιβλία όταν το σχολείο σε βομβαρδίζει ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού με άπειρες ώρες διαβάσματος; Δεν μένει χρόνος κι όταν μένει, συνήθως τα παιδιά της γενιάς των τάμπλετ και του scroll down θέλουν να τον κάνουν κάτι άλλο και όχι ανάγνωση βιβλίων. Μην αδικείτε τα παιδιά.

Οι γονείς

Παραπάνω περιγράψαμε πως εκπαιδεύθηκαν οι γονείς. Σήμερα έχουμε τρεις κατηγορίες γονέων (εστιάζω στο παιδικό βιβλίο): αυτούς που ξέρουν μόνο τον Τριβιζά και έναν άλλο που τους έπεσε μπροστά τους (γύρω στο 60%), αυτούς που ξέρουν τον Τριβιζά και άλλους 5-6 γνωστούς συγγραφείς (π.χ. Β. Ηλιόπουλος, Α. Ζέη, Α. Δαρλάση, Α. Παπαθεοδούλου, κάπου 30%) και ένα 10% που το ψάχνει και ενημερώνεται όσο και όπως μπορεί αναζητώντας ο,τι καλύτερο κρίνει για το παιδί του. Όμως, η πλειοψηφία άγεται και φέρεται από τις κυρίαρχες επιλογές της αγοράς. Και την αγορά την φτιάχνουν οι εκδοτικοί, οι συγγραφείς, οι εκπαιδευτικοί με τις επιλογές τους και φυσικά η ελαφριά καρδία με την οποία οι μισοί σημερινοί γονείς αγοράζουν στο παιδί τους ένα σκουπίδι μόνο επειδή το ζητάει.

Τι έχουμε λοιπόν ουσιαστικά;

Μια πολιτεία που έχει αφήσει το βιβλίο στην τύχη του. Με χρηματοδοτήσεις παρουσίας Ελλήνων δημιουργών και εκδοτών στη Μπολόνια (πάλαι ποτέ) δεν αυξάνεται το αναγνωστικό κοινό, αγαπητοί φίλοι. Αυξάνεται η μεμονωμένη δικτύωση κάποιων ανθρώπων του βιβλίου. Με αποσπασματικές προσπάθειες σχολείων, εκπαιδευτικών και γονέων να φέρουν συγγραφείς και εικονογράφους στα σχολεία, δεν αυξάνεται το αναγνωστικό κοινό, αγαπητοί φίλοι. Απλά κατοχυρώνουμε το μελλοντικό 7,8% της τρέχουσας γενιάς.

Μια οχι αμελητέα μερίδα εκδοτικών οίκων που συμπληρώνουν το παζλ των ευθυνών για το γεγονός ότι στην Ελλάδα διαβάζει μόνον το 10-20% περίπου του πληθυσμού ενώ όλοι οι υπόλοιποι αγνοούν τι σημαίνει βιβλίο. Και όλα τα καλά και κακά βιβλία καταναλώνονται από αυτό το πολύ μικρό ποσοστό.

Όσο αυτός ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται, τόσο το 8-10% των πιστών αναγνωστών δεν πρόκειται να αυξηθεί και όταν γίνεται κατορθωτό να αυξηθεί προσωρινά κατ’ ελάχιστο, αυτό συμβαίνει για τραγικά βιβλία κάτι συγγραφέων fashion victims που γράφουν σύγχρονα άρλεκιν, με ερωτικά τρίγωνα, με ιστορικό προκάλυμμα ή για άλλα αμφιλεγόμενα πονήματα.

Αν οι εκδοτικοί δεν επενδύσουν στο νέο, το αξιόλογο, το καινοτόμο, αν η πολιτεία δεν εκπονήσει μια πραγματική επίθεση παιδείας, φιλαναγνωσίας και πολιτισμού, αν όλοι δεν αποφασίσουν να πρωτοπορήσουν, αν δεν αποφασίσουν να εκπαιδεύσουν με ποιοτικό βιβλίο παιδιά και γονείς, αν οι γονείς αγοράζουν ο,τι τους γυαλίζει δίχως να ενημερωθούν λίγα λεπτά για τον χώρο του βιβλίου, αν οι εκπαιδευτικοί προσανατολίζουν τα παιδιά σε διδακτική, μονοθεματική λογοτεχνία δια εκπαιδευτικούς σκοπούς, τότε θα συνεχιστούν τα ανέξοδα τσιτάτα «οι νέοι δεν διαβάζουν», θα εξακολουθήσει το 7,8% των αναγνωστών, τα πολλά μέτρια βιβλία και η ιστορία θα τραβά το δρόμο της… μετριότητας.

Και μετά θα πανηγυρίζουμε που για 365 μέρες η Αθήνα θα είναι παγκόσμια πρωτεύουσα του βιβλίου. Μα αυτό δεν φτάνει. Το ξέρετε και το ξέρουμε.