Ένα δέντρο ζητάει αυλή, των Λ. Παναγιωτοπούλου και Ν. Μαρουλάκη

0
1013

Τίτλος: Ένα δέντρο ζητάει αυλή
Συγγραφέας: Λίτσα Παναγιωτοπούλου-Ρίζου
Εικονογράφηση: Νίκος Μαρουλάκης
Εκδόσεις: Μίνωας, 1994
(1η έκδοση 1994, 2η 1994, 3η 1995, 4η 1997, 5η 1998)
ISBN: 960-240-243-1
Αγόρασέ το

Βραβείο “Μουσείο Γουλανδρή, Φυσικής Ιστορίας” σε βιβλίο για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας

ena_dentro_zitaei_avli_coverΤο κιτρινογάλανο πουλάκι με την κίτρινη κοιλίτσα και τη γαλάζια ουρά πείνασε. “Εκεί να πας… εκεί κάνουν οι άνθρωποι πικ νικ, κάτι θα βρεις να φας”, του είπαν οι γλάροι που έπαιξαν για λίγο μαζί του. Πήγε. Άρχισε να τσιμπολογάει ψίχουλα κι άξαφνα… “Μη!!!”, ακούστηκε μια φωνή. “Μη με φας”. Ήταν ένα σποράκι. Που ήθελε να ζήσει. Που έκανε όνειρα. Πως ήτανε κοντά στη μάνα του, στου Άρη την αυλή. Και μεγάλωνε και θέριευε. Κι έφτιαχνε ρίζες τεράστιες και ψήλωνε και γινόταν δέντρο και παίζανε γύρω του τα παιδιά της γειτονιάς. “Μπορείς να με πας στα παιδιά;” ρώτησε το πουλάκι. “Μετά χαράς”, είπε εκείνο και το πήρε μαζί του. Πέταξαν ψηλά. Σκληρή η πόλη. Δεν είχε αυλές. Μόνο τσιμέντο κι αυτοκίνητα. Μα σ’ όλες τις γειτονιές τα ίδια. “Στο τσιμέντο δε μπορούν να γίνουν τα όνειρά μου αληθινά”, απογοητεύτηκε το σποράκι.

Στην άκρη της πόλης όμως οι πολυκατοικίες είχαν λιγοστέψει. Κάποια χαμηλά σπιτάκια έκαναν την εμφάνισή τους. Κι εκεί υπήρχαν κάποιες μικρές αυλές. Μα κι εκεί δεν βρήκαν τελειωμό οι δυσκολίες. Στην πρώτη αυλή υπήρχε μια πανύψηλη συκιά που έντιμα προειδοποίησε το σποράκι ότι κάτι από τον μεγάλο ίσκιο της δε θα έβρισκε ήλιο για να θεριέψει. Στο δεύτερο συνάντησε μια αυλή υπό καταστροφή. Την αυλή που έμενε ο Άρης. Που είναι ο Άρης; Που ζει; Και που υπάρχει μια αυλή για να γίνουν τα όνειρά του πραγματικότητα; Θα τη βρει; Θα τη βρείτε;

Ένα πολύ όμορφο κείμενο και η πολύ ιδιαίτερη εικονογραφική ματιά του Νίκου Μαρουλάκη φτιάχνουν ένα τρυφερό, οικολογικό διαμαντάκι που μπορεί να αξιοποιηθεί εντός επικαιρότητας (άνοιξη, φθινόπωρο, περιβάλλον, οικολογία, σπορά, πουλιά, περιβάλλον, πόλεις, γειτονιά μου) αλλά κυρίως εκτός αυτής για την βιβλιο-απόλαυση που προσφέρει.

Ο Νίκος Μαρουλάκης από χθες 30 Αυγούστου 2015 δεν είναι πια μαζί μας (η κηδεία του θα γίνει σήμερα στις 4 μ.μ στο Νεκροταφείο του Σχιστού). Ο Πειραιώτης-Κερατσινιώτης σκιτσογράφος και εικονογράφος με τις πολλές αξιόλογες δουλειές είναι ο εικονογράφος, ανάμεσα σε άλλα, ενός εκ των μεγαλύτερων διαμαντιών που φτιάχτηκαν σε τούτη τη χώρα κατά τη γνώμη μου, της Αγέλαστης Πολιτείας και των Καλικαντζάρων, των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα, ενός αψεγάδιαστου μουσικού παραμυθιού που έσπασε τις συμβάσεις και τις γλυκανάλατες προσεγγίσεις των παιδιών και κατέγραψε μια ονειρική πορεία στις καρδιές και τις ζωές χιλιάδων Ελλήνων, παιδιών, γονέων, εκπαιδευτικών.

Εικονογράφος άνω των 200 παιδικών βιβλίων, ανάμεσά τους η διάσημη Φρουτοπία του Ευγένιου Τριβιζά καθώς και πολλά ακόμα βιβλία του διάσημου παραμυθά (Ο ταύρος που έπαιζε πίπιζα, Η χώρα χωρίς γάτες, Ο κροκόδειλος που πήγε στον οδοντογιατρό, Ο συναχωμένος τενόρος κ.α.). Επίσης, όλη η σειρά της Πιπίτσας της Μάρως Θεοδωράκη πέρασε από τα χέρια του αλλά και η Κoλοτούμπα της Σοφίας Μαντουβάλου καθώς και πολλά ακόμα βιβλία και συγγραφείς (Βούλα Μάστορη, Μάρω Λοϊζου, Γιώργος-Μενέλαος Μαρίνος, Αντώνης Παπαθεοδούλου και πολλοί άλλοι).

Στη βάση της biblionet το “βιογραφικό” του είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά: “Γεννήθηκε στον Πειραιά. Μικρός ταλαιπωρούσε τη μαμά του, γιατί κάθε πρωί έτρεχε η δύστυχη να καθαρίσει τους τοίχους από περίεργα χρώματα μπουρδουκλωμένα με σκίτσα από παπιά που κάνανε τούμπες, από αλλήθωρους γάτους που το σκάγανε με διαστημόπλοιο από τον Άρη, γρύλους και ακρίδες που κάνανε γυμναστικές επιδείξεις, μυρμήγκια που καταστρώνανε σχέδια να κατακτήσουν τον πλανήτη και άλλα τρομερά. Οι γονείς του ξόδευαν περισσότερα χρήματα για απορρυπαντικά παρά για φαγώσιμα. Μετά μεγάλωσε κι έφυγε για τη Γερμανία. Μέχρι σήμερα δε γνωρίζουμε αν σ’ αυτό επηρεάστηκε από τα άσματα του Καζαντζίδη για την ξενιτιά. Την επόμενη μέρα ο γερμανικός Τύπος έγραψε: “Βαθύ μυστήριο καλύπτει το πώς βάφτηκαν ροζ τα φτερά και κίτρινη η μύτη του αεροπλάνου που έφτασε χθες από την Ελλάδα”. Άρχισε να σκιτσάρει, να ζωγραφίζει και να εικονογραφεί ό,τι έβρισκε στο διάβα του. Έντρομοι οι εκδότες του πρόσφεραν εργασία για ν’ αφήσει ήσυχο το Τείχος του Βερολίνου. Εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία φιλοξένησαν δουλειές του. Μέχρι και το παντελόνι ενός διάσημου εκδότη, που σήμερα έχει τεράστια συλλεκτική αξία. Έπειτα από σοβαρό σκιτσογραφικοδιπλωματικό επεισόδιο επέστρεψε στην Ελλάδα. Την ημέρα της άφιξής του πάμπολλα τα σωματεία, ανάμεσα στα οποία των ελαιοχρωματιστών, των εκδοτών και των φιλόζωων, του ετοίμασαν θερμή υποδοχή, την οποία τα κρατικά κανάλια λογόκριναν, γιατί ήθελαν να αποφύγουν οι θεατές τις συγκρίσεις με κάποες άλλες αφίξεις πολιτικών στη μεταπολίτευση. Όσοι εκδότες και συγγραφείς συνεργάζονται από τότε μαζί του έχουν ακόμα πράσινη μύτη…”

Καλό του ταξίδι; Κλισέ. Τον ευχαριστούμε; Το ίδιο. Άφησε το χνάρι του. Και φύτρωσε σαν δέντρο σε μια άλλη αυλή. Αυτό μετράει. Αντίο.