“Αν δεν ήταν οι ξένοι, θα βρίσκαμε κάποιο υποκατάστατο να διοχετεύσουμε αυτήν την τεράστια άρνηση”: συνέντευξη του Βασίλη Παπαθεοδώρου

0
889

Συναντήσαμε το Βασίλη Παπαθεοδώρου στο πανέμορφο καφέ του Ιανού στη Σταδίου. Παρασκευή, από τη δουλειά και οι τρεις, ρωτήσαμε αν επιτρεπόταν το κάπνισμα, αναζητώντας προφανώς κάποια ολιγόλεπτη χαλάρωση πριν ξεκινήσουμε τα επίσημα. Ο σερβιτόρος φώναξε ως ντελάλης -σα να ‘χε καημό να ακουστεί ως το Σύνταγμα- “δεν επιτρέπεται το κάπνισμα εδώ”. Γελάσαμε λες κι είχαμε ακούσει το καλύτερο ανέκδοτο. Ας είναι. Ξεκινήσαμε να μιλάμε για το ‘να και για τ’ άλλο. Είπαμε πολλά. Και κάποια στιγμή είπαμε να βγάλουμε και το ηχογραφητήρι μας και να γράψουμε και κάποια πράγματα γιατί κινδυνεύαμε να τα πούμε όλα off the record.
Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου έχει πλέον καταξιωθεί στο χώρο του βιβλίου. Μετά από μερικές απορρίψεις, δεκατρία περίπου χρόνια βιβλία, αρκετά σημαντικά βραβεία και όμορφες ιστορίες, πολλά έχεις να ακούσεις από έναν άνθρωπο που δίχως εμμονές, εμπάθειες και περιχαρακώσεις, έχει την άνεση να μιλήσει για όλα όσα μιλούν και τα βιβλία του.
Συνέντευξη στους Απόστολο Πάππο και Δώρα Πουρή

389575_3361256944752_748852744_nΠώς συνδυάζονται οι σπουδές που έκανες με το χώρο εργασίας σου και τη συγγραφή βιβλίων, χώροι που δεν ταιριάζουν στα μάτια και το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων; Πώς τα ταίριαξες;
Μια μέρα δούλεψα σα μηχανικός! Ήθελαν μηχανικό–πλασιέ, να πηγαίνει για να δείχνει βάνες και αναρωτήθηκα “γιατί σπούδασα τόσα χρόνια; Για να δείχνω βάνες;” Με βοήθησαν πολύ όμως οι σπουδές. Το κατάλαβα μετά από χρόνια στον τρόπο γραφής μου γιατί είναι γραφή μηχανικού. Έχω δει κι άλλο ένα άτομο που έγραψε το πρώτο του βιβλίο, ο Γιώργος  Μαυρωτάς, ο πολίστας, έγραψε “Το θεώρημα της επτάδας” και λέω “μα γράφουμε σχεδόν το ίδιο”. Το συζητήσαμε και έχουμε μηχανικό γράψιμο, δηλαδή αφαιρείς τις φιοριτούρες και έχει αρχή, μέση, τέλος, κάτι σα να ‘χει πυλώνες. Με βοήθησε πάρα πολύ το μηχανιλίκι. Φαντάζομαι ότι αν δεν ήμουν μηχανικός και ήμουν κάτι άλλο, θα ήταν εντελώς διαφορετικός ο τρόπος γραφής μου.

Σε σχέση με τη δουλειά σου;
Ο διορισμός στην τράπεζα ήρθε αρκετά μετά τις σπουδές. Γενικά η δουλειά σε κρατά σ’ ένα γήινο επίπεδο. Δεν είμαι δηλαδή ο άνθρωπος του πνεύματος και φαντασιώνομαι ότι είμαι ο τάδε. Δουλεύω και κάνω αυτό σα χόμπι και όπου οδηγηθεί. Δεν γράφω σε καθημερινή βάση. Γράφω σε περίοδο διακοπών. Κατά κάποιο τρόπο, προγραμματίζω τον εαυτό μου να γράφει σε περίοδο διακοπών, κανονίζω δηλαδή τη σκέψη μου κάτι μήνες πιο πριν, ούτως ώστε τα Χριστούγεννα ή το καλοκαίρι να φτάσω να είμαι έτοιμος να κάνω κάτι. Μπορεί να έχω μια ιδέα και δέκα ετών στο μυαλό μου, σαν παζλ. Άμα δεν μπει και το τελευταίο κομμάτι, δεν βγαίνει. Αν όμως μπει και το τελευταίο κομμάτι, μετά θα κάτσω και θα το γράψω γρήγορα αλλά όχι διεκπεραιωτικά. Δε θα το παιδέψω. Η ιστορία θα έχει μπει στη θέση της. Στην ουσία εγώ θέλω να πω μια ιστορία, όσο γίνεται καλύτερα. Δε θεωρώ ότι θέλω να χαράξω νέες οδούς στη γλώσσα -ας πούμε- της Λογοτεχνίας. Θέλω να πω μια ιστορία, να την ευχαριστηθώ εγώ που τη γράφω.

Όταν γράφεις έχεις στο μυαλό σου να αρέσει και σε κάποιους αναγνώστες, από έναν έως χίλιους;
Όχι, όχι.Όταν γράφω έχω στο μυαλό μου το target group, την ηλικιακή ομάδα στην οποία απευθύνομαι, δεν μπορώ να  γράψω ξεχνώντας το αυτό. Έτσι προσανατολίζομαι, με βάζει σε κάποια όρια τουλάχιστον για να μη χαθεί το πράγμα.

Αυτό ως προς τα νοήματα και το λεξιλόγιο περισσότερο;
Ναι, ναι. Στις αρχές είχα και κάποιες αναστολές, κατά πόσο θα χρησιμοποιώ βωμολοχίες σε εφηβικά βιβλία

Έχεις δεχτεί κριτική γι’ αυτό, ελαφριά.
Ναι, πριβε ίσως περισσότερο.

Ενοχλούμαστε κάποιοι, ε;
Εντάξει, τι να κάνουμε, αυτή είναι η ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τη βία. Εντάξει έχει γεμίσει ο τόπος όλο με ροζ, με πεταλουδίτσες και ζωάκια. Δεν πειράζει, ας γραφτεί κι ένα βιβλίο με βία, κατ’ εμέ ας γραφτεί κι ένα βιβλίο με βωμολοχία, ας είναι εξαίρεση κι ας μη διαβαστεί. Ενώ στην αρχή ήμουν πιο σφιγμένος, όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο πιο πολύ νιώθω απελευθερωμένος στο να γράψω ο,τιδήποτε. Δηλαδή, “Οι άρχοντες των σκουπιδιών”, που είχε βγει το 2012, ήταν ένα βιβλίο που παρέπεε μεταξύ ενηλίκων και νεανικό. Το βλέπω και λίγο σαν πρόκληση. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο που να κινείται μεταιχμιακά, να είναι εφηβικό αλλά να μην έχει κανένα έφηβο μέσα, ούτε εφηβικά προβλήματα -σπυράκια, ναρκωτικά και χωρισμένοι γονείς, ή με τον παππού και τη γιαγιά στο χωριό στις διακοπές. Για να βγει νεανικό πρέπει να είναι στη δομή, να είναι στην ταχύτητα, λίγο στη γλώσσα, να τους δώσω άλλα νεανικά στοιχεία, πέρα απ’ αυτά.

Αν οι Έλληνες διάβαζαν περισσότερο περιπέτειες και ιστορίες ηρώων βιβλίων, όπως ο Γιώργος Χρονόπουλος (σημ.: ο 13χρονος πρωταγωνιστής του βιβλίου “Σχολική Παράσταση”), πιστεύεις ότι θα συνέχιζαν το ίδιο εμμονικά να μισούν τους ξένους, τους διαφορετικούς; 
Εγώ αγάπησα το βιβλίο, βασικά από τα κλασσικά εικονογραφημένα και από το Μίκυ Μάους, από τίποτα άλλο. Θέλω να πω ότι δεν έχω διαβάσει το ορίτζιναλ “Έγκλημα και Τιμωρία”, το έχω διαβάσει σε κλασσικά εικονογραφημένα και μου έχει μείνει από την έκτη δημοτικού και μάλιστα πολύ έντονα. Πρώτα απ’ όλα αυξήθηκε η φαντασία και προφανώς γνωρίζοντας και άλλες λογοτεχνίες, είσαι πιο δεκτικός και πιο ανοιχτόμυαλος. Πιστεύω ότι αν τα παιδιά δεν δούνε τους γονείς τους να διαβάζουν και αν δεν τα διαβάσουν από μικρά, έστω και οπτικοποιημένα, έχει χαθεί μετά. Δηλαδή και που πηγαίνω εγώ σε γυμνάσια και σε λύκεια ή και σε δημοτικά ακόμα, δε γίνεται κάτι. Έγινε μια ωραία συζήτηση, μετά θα φύγω, μπορεί να ξεχαστεί, μπορεί κάποιος να μην ξανασχοληθεί από εκεί και πέρα με το βιβλίο. Αυτό είναι κάτι που μαθαίνεται από πολύ μικρός, όπως και όλη αυτή η ανεκτικότητα απέναντι στον άλλο. Τώρα, κακά τα ψέμματα, όλα αυτά φαντάζομαι ότι προϋπήρχαν στους Έλληνες κρυμμένα, θαμμένα σε συρτάρια και το ότι βγήκαν ενδεχομένως να οφείλεται ότι σε περίοδο κρίσης και οργής βγαίνουν και κάποια πράγματα άσχημα. Το ζήτημα, το πιο ανησυχητικό, είναι ότι φτάνουμε στο επίπεδο να χαιρόμαστε που βγάζουμε άσχημα πράγματα πλέον, δε δίνουμε σημασία, δε μας νοιάζει ο άλλος, που θα τον βρίσουμε στο facebook, θα τον ξεφτυλίσουμε. Χαιρόμαστε να ξελαμπικάρουμε πάνω στον άλλον. Έχει ξεφύγει δηλαδή το όριο. Εγώ είμαι, κατά κάποιο τρόπο, άνθρωπος των ορίων. Άμα φύγει το όριο, δε μου αρέσει, δεν κινούμαι άνετα. Είναι εποχή δίχως όρια. Αν δεν ήταν οι ξένοι, θα ήμασταν εμείς γιατί ούτως ή άλλως έχουμε την τάση να βγάζουμε ο ένας το μάτι του άλλου. Δεν είναι αποκλειστικά και μόνο ρατσιστικό το πράγμα που γίνεται. Εδώ πέρα στην Ελλάδα είναι κοντά σε μια γενικότερη φιλοσοφία μίσους -και να έλειπαν οι ξένοι- θα βρίσκαμε κάποιο άλλο υποκατάστατο για να διοχετεύσουμε όλη αυτή την τεράστια άρνηση και αρνητική ενέργεια. Βεβαίως αυτό είναι έλλειψη παιδείας κοινωνικής, μάλλον συναισθηματικής νοημοσύνης πιο πολύ.

11 (1)Οι γονείς του Γιώργου Χρονόπουλου είναι δάσκαλοι. Τυχαία το επέλεξες;
Δεν το επέλεξα τυχαία, εγώ έχω τελειώσει τη γερμανική σχολή. Ο κύριος Μίκαελ (σημ.: ο καθηγητής του πρωταγωγιστή Γιώργου στο βιβλίο “Σχολική Παράσταση”) ήταν ο δάσκαλος μου στη γερμανική σχολή, ο υπεύθυνος της τάξης με τον οποίο μάλιστα δεν είχαμε και πάρα πολύ καλή σχέση. Γιατί εγώ ήμουν από τους πολύ καλούς μαθητές, που είχα κατοχυρώσει τη θέση μου σαν καλός μαθητής και νόμιζα ότι είχα το δικαίωμα να ενοχλώ όλους όσους ήταν γύρω μου. Οπότε βλέποντας και τους Γερμανούς που έρχονταν στην Ελλάδα με τις οικογένειες τους για να διδάξουν και τους Έλληνες αντιστοίχως που πήγαιναν στη Γερμανία λέω “για κάτσε να πάρω αυτό και να το πάω εκεί”. 

Η λεπτή γραμμή που χωρίζει τον πατριώτη, με τον εθνικιστή, με τον άνθρωπο, τον κοσμοπολίτη ποια είναι; Ποια είναι αυτή η γραμμή που χωρίζει έναν πατριώτη που αγαπάει ενδεχομένως τον τόπο του από τον εθνικιστή που λέει ότι εγώ αγαπώ περισσότερο;
Είναι εντελώς άσχετες έννοιες για μένα  και πρώτα απ’ όλα μη συμβατές. Εντελώς άσχετα πράγματα μεταξύ τους. Αυτό που λέω εγώ -και στα σχολεία- είναι ότι όλο αυτό το πράγμα είναι λατρεία μιας σωματικής δύναμης στις μικρές ηλικίες. Ο νεοναζισμός και ο ρατσισμός, όλο αυτό το consept είναι, ας πούμε, η λατρεία του να βλέπεις κάποιον δυνατό και να τον ακολουθείς, να κολλάς πάνω του επειδή έχει δύναμη. Επειδή δεν υπάρχει κάποιο λογικό υπόβαθρο σ’ αυτά, υπάρχει η πατέντα του εθνικισμού και όχι του πατριωτισμού γιατί ούτε κι αυτοί τολμάνε να πουν ότι είμαστε πατριώτες. Αυτό το έχουν βγάλει οι εθνικιστές, προσπαθώντας να πουλήσουν ότι είμαστε πιο προχωρημένοι πατριώτες. Η λεπτή γραμμή που τα χωρίζει είναι ότι πρώτα απ’ όλα το οτιδήποτε κάνει ένας εθνικιστής ή το πως κινείται είναι εντελώς αντιπατριωτικά, εκθέτοντας τη χώρα, φέρνοντας την πίσω και από πλευράς πολιτικής ωρίμανσης. Δε βλέπω να υπάρχει κάποιο κοινό και σκοπίμως υποβόσκει ότι είναι το ίδιο πράγμα

Η επικοινωνία με τα παιδιά στα σχολεία πώς είναι; Τα παιδιά κατανοούν αυτή τη διαφοροποίηση που αναφέρατε;
Πρώτα απ’ όλα κάποια είναι πολύ ανοιχτόμυαλα, μιλάμε για παιδιά γυμνασίου. Εδώ στην Αθήνα το έχω παρατήσει το παιχνίδι ενώ στην επαρχία το βλέπουν κάπως εξωτικά όλο αυτό το πράγμα γιατί ίσως να μη το έχουν ζήσει. Όταν είχα γράψει εγώ τη “Διαπασών” που είχα βάλει μέσα και δωδεκαθεϊστές ότι ήταν αυτοί οι ακροδεξιοί και ότι έκαναν τελετές μύησης για να μπουν στην ομάδα, πήγαινα στην επαρχία και μου έλεγαν: “συμβαίνουν αυτά τα πράγματα στην Αθήνα;” Τους λέω: “συμβαίνουν”. Είχα διαβάσει πριν από κάποια χρόνια, ότι στη Νίκαια είχε γίνει ένα περιστατικό, που είχαν πιάσει κάποια παιδιά ένα συμμαθητή τους, του είχαν κλέψει το κινητό και του είχαν χαράξει έναν αγκυλωτό σταυρό στο μέτωπο. Τότε είχε περάσει πολύ στα ψιλά γράμματα. Τα παιδιά στην επαρχία αυτά δεν τα έχουν ζήσει. Άμα λένε τα παιδιά ότι θέλω να γίνω αεροπόρος, αστροναύτης, δεν θέλουν επειδή τους αρέσει η έλλειψη βαρύτητας. Το λένε επειδή τους αρέσουν οι στολές ή να ντυθώ να πάω στην παρέλαση. Όλο αυτό το πράγμα δηλαδή τους γοητεύει. Το ζήτημα είναι πως όταν πας σε σχολείο, πέφτεις πολλές φορές πάνω σε τοίχο. 

Βασίλη έχεις  λάβει πολλά βραβεία και διακρίσεις Πώς αισθάνεσαι; Η καριέρα σου, η διαδρομή σου θα ήταν διαφορετική αν δεν είχες αυτά τα βραβεία;
Ναι, εντελώς!

Φαντάζομαι ότι εμπεριέχουν και μια ουσία. Καταρχάς, η καριέρα σου ανοίγει μ’ ένα βραβείο, από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά;
Παρόλο που η γυναικεία λογοτεχνική συντροφιά είναι για ανέκδοτα κείμενα. Τα πιο κύρους βραβεία είναι το κρατικό, το διαβάζω. Αλλά εγώ είδα μεγάλη διαφορά στο πως αντιμετώπιζαν εμένα πριν το βραβείο, από τα «Χνώτα στο τζάμι», από εκεί άρχισε. Είναι σαν να έχω δύο περιόδους: της πλήρους “ανυποληψίας” και στην άλλη φάση της “θεοποίησης”.

papathoeodorouΟ ευυπόληπτος κύριος Παπαθεοδώρου μετά!
Το οποίο σε σοκάρει αυτό το πράγμα και λες “κάπως πρέπει να το διαχειριστώ”, γιατί ξέρεις ότι είναι ψέμα αυτό, από τη μια μέρα στην άλλη, αυτά έγραφες και πριν. Ξέρεις ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Λες “δε θέλω να πάρουν τα μυαλά μου αέρα” και είναι πάρα πολύ εύκολο να πάρουν τα μυαλά σου αέρα. Με ικανοποιούν τα βραβεία, δεν το κρύβω, δεν θα πω ότι τα σνομπάρω. Βοηθάνε το όνομα, βοηθάνε τις πωλήσεις, αλλά προσπαθώ να βοηθήσουν εμένα. Έχω δημιουργήσει ένα κείμενο το οποίο είναι υποδεέστερο, δε μου βγήκε όπως το ήθελα; Δε θα το δώσω. Αν είμαι σ’ ένα επίπεδο, σ’ ένα σκαλί, το σέβομαι αυτό το σκαλί. Λέω “παράτα το, μη βγει για να δώσεις απλά ένα βιβλίο, να πουλήσει ή να ακουστείς. Κάπου με συγκρατούν κι εμένα τα βραβεία να βαδίζω σ’ ένα πλαίσιο.”

Τα βιβλία σας διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στο τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, πέντε βιβλία σας;
Ήρθε τυχαία αυτό το πράγμα, να’ ναι καλά ο Γιώργος Παπαντωνάκης, είχε βάλει το “Μήνυμα”. Εγώ το βρήκα στο internet. Όταν γκουγκλάρεις τον εαυτό σου, λες “θα είμαι ευτυχισμένος άμα με βρω μια φορά”. Το έβαλε κι εγώ για να τον ευχαριστήσω του έστειλα τους «Εννέα Καίσαρες». Για να είμαι ειλικρινής, πάντα αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για όποιον κάνει κάτι για μένα. Δηλαδή στους καθηγητές που παίρνουν σύνταξη, εγώ τους στέλνω τα βιβλία μου. Δε σημαίνει επειδή δεν πας στο Πανεπιστήμιο ή δεν είσαι σε επιτροπή, εγώ δεν στα στέλνω.Ένα πράγμα που δεν μπορώ καθόλου είναι η αγνωμοσύνη. Δε λέω ότι είμαι ο σούπερ ευγνώμων άνθρωπος. Μπορεί κι εγώ να έχω σταθεί αγνώμων σε κάποιους αλλά προσπαθώ να μην είμαι. Να λέω δηλαδή ευχαριστώ κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτούς που μ’ έχουν βοηθήσει.

Αυτή η…κυρία έμπνευση που κατοικεί;
Παντού, ενδεχομένως να έχουν οι πάντες. Εγώ το συνειδητοποίησα -ούτε καν το είχα κατά νου ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο -ένα καλοκαίρι που βαριόμουνα μετά το Ναυτικό σε ηλικία 28 ετών. Είπα “ας γράψω κάτι”. Έγραψα ένα μυθιστόρημα ενηλίκων εντελώς πρωτόλειο, με όλα τα κλισέ που μπορεί να έχει κάποιος που είναι 28 χρονών, μπαράκια και ξενύχτια, δε ξέρω για ποιο λόγο. Ποτέ δεν την έχω λύσει αυτή την απορία. Μετά όμως μου άρεσε η διαδικασία. Πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να κάτσει να γράψει, το ζήτημα είναι αν θα του αρέσει τελικά η διαδικασία, θα του γεννηθεί η πρόκληση να γράψει. Ο καθένας το’ χει μέσα του.

Ο Άι Βασίλης στο ραντάρ, οι κινέζικες πάπιες, τώρα η Βιρτζίνια. Σου αρέσει να μεταφέρεις στο χαρτί πραγματικές ιστορίες ή με αφορμή μια πραγματική ιστορία να εξελίσσεις μια δική σου…
Δε θέλω να το παρακάνω με τις πραγματικές ιστορίες γιατί συνήθως στα πιο νεανικά, εκεί πρέπει να είναι μυθοπλασία. Αυτές οι πιο παιδικές ιστορίες με τα παπάκια δεν μπορεί να μου βγουν μεγάλο μυθιστόρημα. Δεν αναπτύσσεται σε 70.000 λέξεις, οπότε λέω “να ένα ωραίο story telling”. Εγώ δεν έχω πει ποτέ τον εαυτό μου ότι είμαι συγγραφέας, ούτε και μ’ αρέσει να το ακούω αλλά μου αρέσει πολύ η έννοια του story telling. 
Τη  Βιρτζίνια την είχα δει το 1978 στην Πέμπτη δημοτικού σε κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση και μου είχε μείνει από τότε. Σκέφτηκα: τι ωραία ιστορία! Μακάρι να την έλεγα εγώ! Με είχε εντυπωσιάσει και είμαι τόσο ευχαριστημένος που έκανα κάτι μετά από 35 χρόνια. Λέω πως έκλεισα τη σελίδα μου που από το 1978 είχε μείνει ανοιχτή, μια εκκρεμότητα του παρελθόντος που την έκλεισα με τρόπο που μ’ ευχαρίστησε.

Επιρροές;
Έχω επηρεαστεί κατά κύριο λόγο συγγραφικά από την αγγλοσαξονική λογοτεχνία, ξεκάθαρα πράγματα. Λίγους Έλληνες έχω ζηλέψει, αλλά όχι να επηρεαστώ. Τον Ραπτόπουλο, τον Τατσόπουλο. Έχω όμως επηρεαστεί πάρα πολύ από τον κινηματογράφο. Επικίνδυνες σχέσεις, Οι συνήθεις ύποπτοι, Ο άρχοντας των μυγών, Ο φύλακας στη σίκαλη. Βλέπω και πολλά αμερικάνικα σίριαλ τα οποία μπορεί να είναι και δευτεροκλασάτα, μου δείχνουν όμως την τεχνική του μοντάζ, να μην πλατειάζω. Θέλω να πηγαίνει γρήγορα το πράγμα. Σε μια σκηνή στους “Άρχοντες των σκουπιδιών” ένας από τους ήρωες αντιμετωπίζει μια ορδή βαρβάρων σε μια πεδιάδα. Έρχεται η ορδή προς τα πάνω του αλλά αυτός στέκει μόνος του, σαν ήρωας. Αυτό είναι κλασικό και μου έχει μείνει αυτή η σκηνή ειδικά από “Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές” με το Gary Cooper που περίμενε ν’ ακούσει το τρένο που θα χτύπαγαν οι ληστές, μόνος του, ενώ είχε κρυφτεί όλη η πόλη κι ήταν μόνος του απέναντι στη μοίρα του. 

Θα άλλαζε τη ζωή μας το γέλιο και ειδικά ένα γέλιο που αν ξεκινούσε δε θα ‘χε σταματημό όπως στην “Αστεία επιδημία” και το πριγκιπάτο της Ουρλανδίας;
Πρώτα απ’ όλα η αστεία επιδημία νομίζω ότι είναι απ’ τα πιο αδύναμα μου βιβλία. Το κρίνω εκ των υστέρων. Όταν το έγραφα νόμιζα ότι ήταν ωραίο. Μετά βρήκα κάποιες αδυναμίες αλλά πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο στη Ρόδο και τους άρεσε. Μερικές φορές στο εφηβικό και το νεανικό ξέρω πολύ καλά που πατάω και τι αντίκτυπο θα έχει. Στο πιο παιδικό το χάνω, γράφω κάτι αλλά λίγο στα τυφλά.

Πιστεύω ότι ένας λόγος που είμαστε σε τέτοια κατάσταση στην Ελλάδα είναι αυτή η παντελής έλλειψη χιούμορ. Σε όλα έχουμε βάλει εμπάθεια και προκατάληψη. Μνημονιακοί, αντιμνημονιακοί, ο ρατσιστής, ο σεξιστής, ο φασίστας, ο αντιφασίστας, όλα τα ‘χουμε βάλει σε κατηγορίες. Μπορεί να πεις ένα ανέκδοτο για ξανθές, ας πούμε κι ο άλλος να σου πει είσαι σεξιστής, ρατσιστής, φασίστας. Προφανώς αυτή η έλλειψη χιούμορ που ισοπεδώνει τα πάντα, είναι κι επικίνδυνη γιατί αντιμετωπίζεις όλες οι έννοιες με τέτοια αυστηρότητα και έλλειψη χιούμορ. Έχει πλέον τα πράγμα εξισωθεί και αυτό συμφέρει προφανέστατα τις βαριές κατηγορίες, να γίνουν λίγο πιο light, να αποκτήσουν ένα λίγο πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Πιστεύω ότι θα άλλαζαν πάρα πολλά πράγματα από το γέλιο, αρχής γενομένης από τη διάθεση μας. Προσωπικά είμαι και γκρινιάρης πολλές φορές και πέφτω σ’ αυτή τη μιζέρια την οποία ανακυκλώνω και πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι “ναι, μου λείπει ο μέσος όρος του γέλιου που έχουν ορίσει για τον άνθρωπο ότι πρέπει να γελάει 18 φορές τη μέρα”. Είμαι κάτω απ’ τον μέσο όρο και προσπαθώ να το διορθώσω. Πιστεύω ότι θ’ άλλαζα πολλά σ’ αυτό το πράγμα. 

4666_1150927647901_1892143_nΟ βασιλιάς Οράτιος είναι αυτός που προσπαθεί να λήξει την επιθυμία του γέλιου. Ουσιαστικά οι εξουσίες δεν το πολυγουστάρουν το γέλιο έτσι;
Το χιούμορ είναι το πιο ανατρεπτικό και όντως το φοβάται η εξουσία και τα απτά παραδείγματα είναι τώρα στη Βόρεια Κορέα άμα ακουστεί κάτι πιο σατυρικό.

Αν φυσούσε και οι σελίδες προσγειώνονταν στο μπαλκόνι σας, τι θα έγραφαν; θα τις διαβάζατε για να μάθετε το μέλλον σας ή προτιμάτε το τυχαίο;
Αυτό δεν το είχα σκεφτεί ομολογουμένως ποτέ. Δεν ξέρω αν θα τις διάβαζα, θα φοβόμουνα γιατί μετά μάλλον άμα δε διάβαζα κάτι που μου άρεσε και αν διάβαζα κάτι καλό θα ζούσα για τη στιγμή που θα το συναντήσω αυτό το καλό, ενδεχομένως χάνοντας όλες τις ενδιάμεσες στιγμές, περιμένοντας αυτό το καλό το οποίο μπορεί και ν’ αργούσε. Αν διάβαζα κάτι κακό θα είχε πέσει εντελώς η ψυχολογία μου οπότε μάλλον δεν θα τις διάβαζα. Έτσι βάζω όλους τους ήρωες να τις διαβάζουν και δεν θα τις διάβαζα εγώ, φάσκω και αντιφάσκω, παρόλο που θα είχα τεράστια περιέργεια. Ενδεχομένως θα έβαζα κάποιον άλλον να τις διαβάσει για να μου δώσει κίνδυνο, να με προϊδεάσει για κάτι. Δε ξέρω τι θα έκανα. Παρ’όλα αυτά έχω επιδείξει μερικές φορές μεγάλη αυτοσυγκράτηση σε κάποια πράγματα. Είχα βρει σε παλιά αντικείμενα, ημερολόγιο της μητέρας μου -την έχω χάσει το 2005- το οποίο είχε από την εποχή που ήταν φοιτήτρια. Άνοιξα να δω τι είναι και έγραφε τα προσωπικά της εκείνης της περιόδου. Το έκλεισα, δεν το είδα καν. Λέω “είναι δικό της, ζει ή δε ζει, είναι τα μυστικά της δεν θέλω να το διαβάσω, δεν θα με βοηθήσει και σε κάτι.” 

Η ιστοσελίδα σου είναι αφιερωμένη στη μητέρα σου. Σε βοήθησε πολύ, έτσι;
Ναι, γιατί μου είχε πει πριν πεθάνει: “μην το ξεχνάς ότι γράφεις, είσαι συγγραφέας. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό”. Και στη “Διαπασών” μια σκηνή στο νοσοκομείο, όπου ο ήρωας χάνει τη μάνα του, είναι ακριβώς αυτά που είχα ζήσει εγώ στον Άγιο Σάββα. 

Βασίλη σε απέρριψαν πολλές φορές. Απογοητεύτηκες προφανώς. Αναρωτιόμουν…εάν δεν πέρναγε η Ελένη Δικαίου εκείνη την ημέρα στην τράπεζα, ν’ αφήσει την προκήρυξη για τη γυναικεία λογοτεχνική συντροφιά, θα συνέχιζες να το κυνηγάς με το ίδιο πάθος αυτό το ταλέντο σου στη συγγραφή; 
Πιστεύω ότι θα το κυνηγούσα αλλά ενδεχομένως και να το παράταγα ή μάλλον θα του έδινα και μια δεύτερη ευκαιρία. Δε ξέρω που θα οδηγούσε. Γράφοντας κάποιος το πρώτο του βιβλίο νομίζει ότι έχει μπει στο πάνθεον της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και λες “είναι αδύνατον να απορριφθεί, αυτό είναι αριστούργημα”. Και στα πρώτα ευγενικά γράμματα που μου απαντούσαν ότι “οι ήρωες είναι επίπεδοι”, είχαν δίκιο. Το κατάλαβα ότι είχαν δίκιο παρότι εγώ έλεγα ότι έτσι τους ήθελα εγώ τους ήρωες. Οι απορρίψεις με βοήθησαν. Το θεωρώ απαραίτητο στάδιο γιατί σε βοηθάει και πεισμώνεις και λες “θέλω να τα καταφέρω”.  

Σ΄αρέσουν οι παρουσιάσεις βιβλίων σου; 
Ποτέ! Ούτε οι δικές μου.  Αν ήμουν από κάτω και με έβλεπα θα με βαριόμουν αφάνταστα. Μ’ αρέσει όμως να είναι κάτι πρωτότυπο, δηλαδή στη “Διαπασών” το είχα κάνει στο Metropolis live stage και ήταν οι Cyanna που τραγούδησαν, να δένει με μουσική. Δε μου αρέσει το στατικό, το πάνελ (αν και θα το ξανακάνω φυσικά). Το βιβλίο είναι κάτι ευχάριστο, μια ευχαρίστηση.

Τι γράφεις αυτό τον καιρό; Έχεις κάτι κατά νου;
Μετά τη Βιρτζίνια, τίποτα. Έχω κάτι στο μυαλό μου, αν δεν δέσει δεν θα κάτσω να το παιδέψω. Εγώ έχω το εξής: έχω μια ιδέα από το 2003 και δεν έχει δέσει. Δεν θα κάτσω να τη γράψω, μπορεί να μη δέσει ποτέ. Θέλω να βγει κάτι αυθόρμητο μέσα μου που να μ’ αρέσει. Επιπλέον, όποιο κείμενο γράφω εγώ είναι πρώτη γραφή, δεν το ξαναπερνάω, δεν το ξαναδιαβάζω καν. Αν βάλω τέλος δεν το ξαναδιαβάζω, γιατί το βιβλίο για μένα είναι μια φάση. Πέρασα ένα, δυο μήνες ευχάριστα γράφοντάς το, το μυαλό μου ξέφυγε, ευχαριστήθηκα αυτή τη διαδικασία. Να το ξαναδιαβάσω είναι αγγαρεία για μένα. 

Πώς είναι η συνεργασία με τον Πέτρο Μπουλούμπαση;
Με τον Πέτρο έχουμε χημεία αλλά εγώ το ξεκαθαρίζω, είναι άλλη τέχνη, δεν θέλω να μπαίνω καν στα χωράφια της, είμαι πανάσχετος. Ο Μπουλούμπασης είναι πιο τρελός. Παρακολουθεί τα ρεύματα από το εξωτερικό, συνεργάζεται, ξέρει. Στους εικονογράφους λέω “κάντε ότι θέλετε, μη μου τα δείχνετε, δείξτε τα στον εκδότη, εγώ ευχαριστημένος θα ‘μαι”. Εντάξει τώρα με τη «Βιρτζίνια» μου άρεσε πάρα πολύ η εσωτερική εικονογράφηση αλλά στο εξώφυλλο περίμενα έναν Άι Βασίλη, μια νύχτα με αστέρια, λίγο χρυσαφί. Μετά σκέφτηκα πως είναι λίγο πιο παλιομοδίτικο το βιβλίο και το εξώφυλλο βγάζει κάτι σαν μια παλιά καρτ-ποστάλ. Μπράβο της! Εγώ απλά είπα να υπάρχει και λίγο μια φιγούρα του Άι Βασίλη γιατί το μικρό παιδί θέλει να δει και κάτι ζωντανό πάνω οπότε έβαλε τον Άγιο Βασίλη να βγαίνει απ’ το γράμμα, λίγο αφηρημένα. Αλλά το θεώρησα έξυπνο εξώφυλλο, υπαινίσσεται τον Άγιο Βασίλη, δεν τον πετάει στα μούτρα επειδή είναι Χριστούγεννα.

Η τέχνη δεν πρέπει να τα λέει κι όλα, πρέπει να υπαινίσσεται πράγματα…
Ακριβώς και γι’ αυτό το λόγο δεν θέλω να μπω στα χωράφια του άλλου. Ο καθένας στη δουλειά του.

papatheodorou3Θέλω να κλείσω με τα δικά μας…Τι καλό μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τα πιτσιρίκια μας, είτε στο σπίτι είτε στο σχολείο, να βρουν τους δικούς τους δρόμους, να τα κάνουμε πιο ευτυχισμένα;
Ώρες ώρες, μου φαίνεται ότι λιγάκι είναι σαν να το βάζουμε σε μια γυάλα όλο το πράγμα. Φορτωνόμαστε ενοχές ότι φταίμε και πως θα τα κάνουμε. Προφανώς κι οι δικοί μου γονείς κι οι δικοί σας έκαναν στραβά και κάνουν, ίσως να μη το είχαν συνειδητοποιήσει και όσο περνάνε οι γενιές τα στραβά θα γίνονται στραβότερα, αν μη τι άλλο γιατί λίγο χαλαρώνουν κάποιες αξίες. Το βιβλίο είναι μια αξία, δεν μου αρέσει να το διαφημίζω, δεν μου αρέσει πηγαίνοντας στα σχολεία να λέω “διαβάστε”. Μη διαβάσετε καθόλου! Εγώ είμαι της άποψης ότι δεν μπορώ να πιέσω τον άλλον άμα κάτι δεν του αρέσει. Αλλά του τονίζω: “απόρριψε το αλλά να ξέρεις σε κάποια χρόνια ότι κάποια άλλα πράγματα θα μετράνε πλέον και θα μετράει το πως σκέφτεσαι και μια συγκρότηση, την οποία στην προσφέρει από τώρα σιγά σιγά αυτό το πράγμα. Εγώ είχα προφτάσει αυτό που λέμε παλιά φουρνιά εκπαιδευτικών, άνθρωποι που ήταν εκπαιδευτικοί και επιστήμονες μαζί.

Δηλαδή;
Ο ιστορικός δηλαδή δεν διάβαζε μόνο το μάθημα της Ιστορίας της επόμενης μέρας, αλλά ήταν και ιστορικός. Θα μπορούσε να κάτσει να γράψει βιβλίο και δοκίμιο για την Ιστορία. Οι Φιλόλογοι αντίστοιχα. Θυμάμαι την παλιά μου φιλόλογο, αυτή είναι που μου άλλαξε τον τρόπο γραφής. Είχα πάει τελειώνοντας το δημοτικό που έπαιρνα 10 στις εκθέσεις γράφοντας “η άνοιξη ολάνθιστη με το πέπλο της…” και με τάραξε στα 12 και 13. Πήγαν κι οι γονείς μου: “μα το παιδί μας που γράφει τόσο καλές εκθέσεις”. Τους είπε: “έχω δει κάτι στο Βασίλη, ειδικά για να γράφει πιο καλές εκθέσεις θέλω να τον προσγειώσω, να του κόψω τα περιττά”. Και μου τα έκοψε και της το οφείλω. Πιστεύω ότι πρέπει λιγάκι οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς να σταματήσουν να είναι τόσο παρορμητικοί, δηλαδή η καθημερινότητα να μπαίνει τόσο πολύ στο έργο τους. Έχω συνεργαστεί με εκπαιδευτικούς πραγματικά διαμάντια στις επαρχίες. Εδώ στην Αθήνα, υπάρχει μια αδιαφορία, η οποία μεταδίδεται και στα παιδιά. Στην επαρχία τα παιδιά έχουν όρεξη, είναι παιδιά, είναι ζωντανά πλάσματα που θέλουν να κάνουν πράγματα. Εγώ όταν ήμουν μικρός δεν με πήγαν σε καμία απολύτως δραστηριότητα. Πήγα 2-3 φορές κολυμβητήριο δεν μου άρεσε το κολυμβητήριο, δε μου άρεσε καν το νερό, δε μου αρέσει η θάλασσα, το παράτησα. Στην πρώτη λυκείου μου τη βάρεσε να παίξω πινγκ- πονγκ, πήγα στον Άρη Βούλας, μετά από 3 προπονήσεις έκλεισε ο Άρης Βούλας, ξανάνοιξε, αλλά πάει εμένα η όρεξη μου για το πινγκ- πονγκ. Μετά δεν είχα απολύτως κανένα ενδιαφέρον. Μέχρι τα 26 που μου τη βάρεσε αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος και τότε ήρθε η συγγραφή. Θέλω να πω…ο κάθε άνθρωπος έχει κάτι μέσα του. Άμα τον τσινάς να το βγάλει, ενδεχομένως να μη το βγάλει ποτέ. Θα το βγάλει το ταλέντο του, την κλίση του, το ενδιαφέρον του, όποτε αυτός είναι έτοιμος. Αρκεί να βρει λίγο χώρο.

Βασίλη σ’ ευχαριστούμε πολύ!
Εγώ σας ευχαριστώ!

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

***

4666_1150927647901_1892143_n