Γιατί θεωρούμε δεδομένη την συγκατάθεση των παιδιών;

0
1005

C is for Consent (Σ για τη συγκατάθεση) είναι ένα βιβλίο που τροφοδότησε πολλές συζητήσεις στη Μ. Βρετανία. Μεγαλώσαμε όλοι με την άποψη ότι πρέπει να ανταποκριθούμε από ευγένεια στο φιλί, το χάδι, την αγκαλιά, το τράβηγμα ενός συγγενή, οικογενειακού φίλου ή όποιου άλλου από το περιβάλλον μας.

Τι διδαχθήκαμε με αυτόν τον τρόπο όμως; Ότι δεν έχουμε δικαίωμα να μη θέλουμε το φιλί κάποιου; Ότι είναι αγένεια να αρνηθούμε την αγκαλιά του θείου που βρωμάει η ανάσα του κρασί και τσιγάρο και τα γένια του μας γρατζουνάνε; Ότι δεν είναι πρέπον να μην καθίσουμε στα γόνατα του στενού φίλου της οικογένειας, ακόμη κι αν αυτό -διαισθητικά έστω- μας έκανε να αισθανόμαστε άβολα;

Άκουσα πολλές φορές γονείς να λένε “έλα αγκάλιασε το δάσκαλό σου, δώσε ένα φιλί στη δασκάλα σου”. Και ήταν λάθος. Το παιδί τις μισές φορές μπορεί να μην ήθελε ή η συστολή του να μην του επέτρεπε να εκδηλωθεί έτσι. Ή μπορεί να μην ήθελε να το κάνει εκείνη τη στιγμή, ειδικά μετά από παρότρυνση. Και σίγουρα δεν είναι καθόλου ορθό να υπαγορεύουμε σε ένα παιδί τους τρόπους που θα εκδηλώσει την αγάπη ή τη συμπάθειά του. Γιατί ουσιαστικά δε θα είναι σε θέση να ξεχωρίσει πότε θα δώσει το φιλί και πότε θα το αποφύγει.

Η υπόθεση γίνεται ακόμα πιο μπερδεμένη με τα μωρά και τα βρέφη. Θεωρούμε δεδομένο ότι ο καθένας μπορεί να τα πιάνει, να τα αγκαλιάζει, να χαριεντίζεται ή να κάνει διάφορες αστείες γκριμάτσες και κραυγές. Γιατί; Επειδή το μωρό έχει ως μοναδική του γλώσσα δυσαρέσκειας το κλάμα; Ποιος μπορεί να υποχρεώνει ένα παιδί, μικρό ή λίγο μεγαλύτερο, να ανέχεται την επίδειξη, αληθινής ή επιφανειακής, αγάπης των άλλων;

Η ιστορία του “C is for Consent” ακολουθεί ένα μικρό αγόρι, τον Φιν, που περιηγείται σε μια συγκέντρωση της οικογένειάς του και φίλων. Οι γονείς του τον ενθαρρύνουν να κάνει τις δικές του επιλογές για το αν θα λάβει ή θα προσφέρει σωματική έκφραση της αγάπης του. Έτσι για παράδειγμα, όταν η γιαγιά του μπαίνει για μια αγκαλιά και ο Φιν μάλλον δεν έχει πολλή διάθεση, ο μπαμπάς του Φιν του υπενθυμίζει πως δεν χρειάζεται να αγκαλιάσει κάποιον αν δεν το θέλει.

Αυτό είναι ένα πολύτιμο μάθημα για όλα τα παιδιά. Να εκφράζουν τα συναισθήματά τους με τον τρόπο που εκείνα επιθυμούν και να τα ασκούμε σε αυτήν την επιλογή. Αν το μάθημα είναι “να ανέχεσαι τα κέφια κάθε φίλου, γνωστού και πέριξ της οικογένειας”, νομίζετε ότι το παιδί θα βρει το σθένος να αρνηθεί αν τα πράγματα ξεφύγουν προς άλλες μορφές παρενόχλησης, πολύ χειρότερες από μια απλή αγκαλιά; Μα θα είναι σαν να του έχουμε μάθει εμείς να ανέχεται για να δείχνει πάντα διαθέσιμος και συναινετικός.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της Γιώτας Αλεξάνδρου με τίτλο “Μόνο αν θέλω” (εκδόσεις Μίνωας). Απολύτως ενδεικτικός ο τίτλος καθώς και η ιστορία της Έλλης που άλλες αγκαλιές την κάνουν ευτυχισμένη και άλλες, όπως η αγκαλιά της θείας Μαίρης ή τα γεμάτα σάλια φιλιά της θείας Βέρας, της προκαλούν τουλάχιστον αμηχανία.

Δε θέλουμε να δημιουργήσουμε ψυχρά ή αρνητικά παιδιά, παιδιά αγενή. Το αντίθετο. Θέλουμε την αγκαλιά, το φιλί, την έκφραση της αγάπης στην καθημερινότητά μας. Αλλά “Μόνο Αν Θέλω”. Ας δημιουργήσουμε μια κουλτούρα σεβασμού του μικρού παιδιού, το οποίο ούτε μια δεκτική καρικατούρα είναι, ούτε ένας αγωγός διοχέτευσης της συναισθηματικής επίδειξης τρίτων. Και πιστέψτε με: τα παιδιά έχουν ένα παράξενο ένστικτο να διαβάζουν το ψεύτικο. Αυτή η κουλτούρα της συγκατάθεσης, η σωματική αυτονομία ουσιαστικά, είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορείτε να οργανώσετε για τα παιδιά.

Πολλοί γονείς, επίσης, δημιουργούν ένα χάος τύψεων στο παιδί. “Η γιαγιά σε παρακαλούσε για ένα φιλάκι αλλά εσύ δεν της το έδωσες” ή “ο θείος Νίκος πήγε να σε αγκαλιάσει και εσύ έφυγες“. Είναι όμως λόγος κατάρριψης της σωματικής αυτονομίας και αυτοδιάθεσης του παιδιού η ενόχληση ενός ενήλικα; Μήπως θα έπρεπε, τουναντίον, να ενθαρρύνουμε τους ενήλικες να επιτρέπουν στα παιδιά την αυτονομία και αυτοδιάθεσή τους; Να επιτρέπουν στα παιδιά να αγκαλιάζουν όποτε θέλουν και αν θέλουν και να μην παίρνουν προσωπικά οι ενήλικες μια άρνηση από μέρους του παιδιού;

Το μήνυμα “ο καθένας είναι υπεύθυνος για το δικό του σώμα” πρέπει να είναι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό μια σωστή προσέγγιση από τους άλλους είναι η ερώτηση: “Πέρασα πολύ ωραία εδώ μαζί σας σήμερα. Μπορώ να σου δώσω μια αγκαλιά;”. Το παιδί μπορεί να συναινέσει, μπορεί να αρνηθεί. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν προσυπογράφει τη δήλωσή σας ότι περάσατε καλά. Πιθανότατα κι εκείνο πέρασε καλά. Ίσως όμως δεν είναι έτοιμο ή διαθέσιμο για μια τέτοια έκφραση τώρα. Ή ίσως έχει μια ακόμα επιφύλαξη που την κρατά για τον εαυτό του. Μήπως είναι υποχρεωμένο να την κοινοποιήσει προς πάσα κατεύθυνση;

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι ένα παιδί που γνωρίζει πώς να καληνυχτίσει ευγενικά τους προσκεκλημένους της οικογένειας, πως να χαιρετήσει ή να αποχαιρετήσει με πραγματική ευγένεια όταν βρίσκεται σε ένα ξένο σπίτι, δεν χρειάζεται να προσφέρει ακουσίως αγκαλιές και φιλιά ως υποκατάστατο αποχαιρετισμού ή ευγένειας.

Να θυμάστε: αγενής είναι η προσπάθεια να αποκτήσουμε πρόσβαση στο σώμα κάποιου, ακόμα και βρέφους, και όχι η δική του άρνηση να συναινέσει.