Δημήτρης Μπασλάμ: “Τα παιδιά όταν αμφιβάλλουν σκέφτονται ή ρωτούν”

0
403

Γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1967 στο Aschaffenburg της Γερμανίας και μεγάλωσε στην Έδεσσα. Η μουσική ήρθε νωρίς στη ζωή του, ασχολείται επαγγελματικά ήδη από το 1986, έχοντας σπουδάσει κοντραμπάσο στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Έπαιξε και παίζει σε δίσκους και συναυλίες των Θανάση Παπακωνσταντίνου, Γιάννη Αγγελάκα, Σωκράτη Μάλαμα, Big Sleep, Μark Eitzel, Δήμητρας Γαλάνη, Μελίνας Κανά, Παύλου Παυλίδη και πολλών άλλων. Το 2005 προκαλεί αίσθηση και ενθουσιασμό με το πρώτο του μουσικό παραμύθι, τον “Γαργαληστή” που σπάει ταμεία και κολλάει καρδιές και δυο χρόνια μετά, ένα εφάμιλλο μουσικό παραμυθοχτύπημα, “Ο Αγησίλαγος” τον στερεώνει στη συνείδηση όλων ως έναν σημαντικό δημιουργό συμμετρικών κι ασύμμετρων πραγμάτων και για παιδικές ψυχές. Εδώ και λίγο καιρό, κυκλοφορεί το cd “Λέω να πετάξω” με μια υπέροχη αλληγορική ιστορία και δέκα ολοκαίνουρια, εμπνευσμένα τραγούδια.
Ο τραγουδοποιός και συγγραφέας Δημήτρης Μπασλάμ μας κάνει την τιμή να πετάξει για λίγο μαζί μας.
Συνέντευξη στον Απόστολο Πάππο.

«Λέω να πετάξω», λοιπόν. Ένα νέο, μουσικό παραμύθι με αφηγηματικά μέρη, μουσικές και νέα τραγούδια. Πώς θα περιέγραφες ως δημιουργός αυτό που θα ακούσει ένας μικρός ή μεγάλος ακροατής;

Θα ακούσουν και οι δύο μια ιστορία. Μια ιστορία για το μεγάλο ταξίδι ενός μπαλονιού που φτάνει φουσκωμένο ως το διάστημα, ξεφουσκώνει, χάνει το ύψος του και σιγά-σιγά πέφτει στο έδαφος. Μια ιστορία για όλα αυτά που θα συναντήσει το μπαλόνι σε αυτήν τη μεγάλη πορεία. Ως προς τη μουσική θα ακούσουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Πιστεύω ότι θα δεχτούν, με τον τρόπο τους ο καθένας, την εξωστρέφεια στις ενορχηστρώσεις του δίσκου, τον λυρισμό και την ανεπαίσθητη αίσθηση της μελαγχολίας που υπάρχει προς το τέλος.

Το μπαλόνι επιστρέφει στις ιστορίες σου, αυτή τη φορά ως… πρωταγωνιστής. Τι είναι αυτό που σε πάει ψηλά; Τι είναι αυτό που σου δίνει χαρά;

Απλά πράγματα. Ο έρωτας, η δουλειά, η κόπωση, η ενσυναίσθηση, η τέχνη, το φαγητό, μία συζήτηση, μια διαφωνία.

Τα παιδιά τι τα πάει ψηλά, αγαπητέ Δημήτρη; Για να πάνε μετά ψηλά, να υψωθούν για να το πω καλύτερα, και ως άνθρωποι;

Τα μικρά παιδιά χρειάζονται αρχικά αγάπη για να νιώσουν τόση ασφάλεια, ώστε, ως μικροί άνθρωποι που είναι, να θέσουν σε ενέργεια τα εξωτερικά ερεθίσματα που κάνουν τη σκέψη και τη φαντασία τους να κινητοποιηθούν.

Πολλοί άνθρωποι ονειρεύτηκαν να πετάξουν. Διάβασα (σημ.: Πρώτο Θέμα) ότι κι εσύ το έχεις αποζητήσει κάποιες φορές. Υπάρχουν εναλλακτικές πτήσεις γιατί με την κλασική έννοια δεν μας βλέπω; “Πετάμε” κι αλλιώς;

Δεν ξέρω, αν στην πραγματικότητα θα άντεχα αυτήν την αίσθηση κενού κάτω από τα πόδια μου, αλλά, όταν γράφω, σίγουρα ίπταμαι και προσγειώνομαι παρακολουθώντας απ’ όλες τις γωνίες την εικόνα που σχηματίζεται μπροστά μου.

Μια ιστορία για τη Ζωή και το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι που της χάρισαν. Είναι μια περιπέτεια που συμβολίζει το ταξίδι μας στον κόσμο;

Πρόκειται για τον κύκλο της ζωής αλλά και για τους μικρότερους κύκλους, που εμπεριέχονται στη ζωή κάθε ανθρώπου. Ο δρόμος από τα παιδικά χρόνια προς την εφηβεία,την ενηλικίωση, την ωριμότητα, τα γηρατειά, τον θάνατο και ίσως προς την επανάληψη του κύκλου με κάποιον τρόπο. Αν και κινούμαι πάντα τοποθετώντας λογικά συμπεράσματα στη σειρά, δεν θα έλεγα όχι στο ενδεχόμενο μιας επανάληψης!

“Καλό ταξίδι” ψιθύρισε και το άφησε (το μπαλόνι) να φύγει. Είναι μια στάση ζωής να αφήνουμε να κάνουν το ταξίδι τους άνθρωποι και πράγματα; Το κάνουν αυτό οι γονείς; Ανεβαίνουν στην ταράτσα, χαρούμενοι, σηκώνουν τα χέρια και αφήνουν το “μπαλόνι” τους να πετάξει;

Το κάνει η μάνα στην αρχή ξεφυσώντας με δύναμη. Αν και ανασφαλής εν μέρη αφήνει με επιμονή το παιδί της να βγει έξω από το σώμα της. Αργότερα, αυτή η διάθεση να αφήσουμε μια απόσταση από τα παιδιά μας γίνεται πιο δύσκολη. Οικογένειες, κοινωνίες, γονείς όλο και πιο φοβικοί, ενοχικοί και προστατευτικοί στα όρια της υπερβολής.

Οι “Πιθανότητές” σου έλαβαν την τιμητική διάκριση White Ravens 2017. Τώρα τις συναντάμε ως τραγούδι στο “Λέω Να Πετάξω”. Είναι ανάγκη κάποιες ιστορίες να επανέρχονται ως κάτι άλλο; Τι συνέβη με τις Πιθανότητες;

Οι πιθανότητες έχουν ως θέμα τις μικρές, αμφίρροπες στιγμές που έχουμε κατά καιρούς μπροστά στις επιλογές μας, πριν από μία απόφαση. Αυτό το «ΑΝ», που έρχεται απρόσκλητο πολλές φορές, πότε ως προσμονή και πότε ως ανάγκη, ζητάει πάντα μια λύση. Το μικρό του βήμα. Ξεκίνησε ως τραγούδι του δίσκου, μετά όμως θεώρησα πως αυτή η μικρή σκέψη θα μπορούσε να εικονογραφηθεί, να γίνει εικόνα κάθε μία από τις χαμένες επιλογές. Η Ντανιέλα Σταματιάδη σαν να άνοιξε το φως, δείχνοντας έναν ολόκληρο κόσμο πίσω από κάθε πιθανότητα.

Οι στίχοι σου, οι ιστορίες σου ακροβατούν -αν μπορώ να το θέσω σωστά- μεταξύ χιούμορ, λυρισμού και παιδικής αθωότητας. Πάντοτε όμως, ενώ φαίνεται να είσαι αλλεργικός στον διδακτισμό, ξεπηδούν πολύ ιδιαίτερες ιδέες και σκέψεις… Ποιες είναι οι σκέψεις σου για τις λέξεις, τα λόγια, τις φράσεις που αφήνουμε στα παιδιά να διαβάσουν;

Προσπαθώ να φτιάξω διασκεδαστικές ιστορίες με χαρακτήρες που ενεργούν, ζουν, προβληματίζονται. Σε αυτό δεν είναι ανάγκη ούτε να δώσω μεγαλύτερη βαρύτητα φωνάζοντάς το δυνατά ούτε να το απλουστεύσω τόσο ώστε να χάσει τη μαγεία του. Το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης αναδεικνύεται ακριβώς όταν αφαιρείς τον διδακτισμό, κατά τη γνώμη μου. Τα παιδιά, άλλωστε, πάντα αντιλαμβάνονται το σωστό και το λάθος, αν βέβαια θεωρήσουμε ότι υπάρχει, όταν αμφιβάλλουν σκέφτονται ή ρωτούν.

Οι ιδιαίτερες φωνές του Φώτη Σιώτα στο τραγούδι και της ηθοποιού Λυδίας Φωτοπούλου στην αφήγηση δίνουν ένα έξοχο χρώμα στην ακρόασή της ιστορίας. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί τους; Τους είχες φανταστεί ήδη από τη δημιουργία της ιστορίας ή σου «προέκυψε» αργότερα η επιλογή αυτών των φωνών;

Ο Φώτης είναι χρόνια συνεργάτης και φίλος και η Λυδία φίλη τα τελευταία χρόνια. Τους είχα, νομίζω, στο μυαλό μου ήδη από όταν έγραφα τις μουσικές και τα λόγια. Εξαιρετικοί και οι δύο στο να δημιουργούν μπροστά σου την εικόνα όσων αφηγούνται ή τραγουδούν. Το ίδιο έκαναν και στο «Λέω να πετάξω».

Μετά την πολύ μεγάλη επιτυχία του Γαργαληστή, του Αγησίλαγου και της Θυμωμένης Μπετονιέρας, αλλά και των δύο πιο πρόσφατων βιβλίων σου, των Πιθανοτήτων και των Παπουτσιών του Βαρύτονου, πόσο εύκολο είναι για έναν δημιουργό να ανανεώσει την αγάπη του κοινού προς το νέο του δημιούργημα;

Είναι κάτι που πιστεύω ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί ως καλλιτέχνες. Ό,τι κάνουμε έχει μια πορεία. Επικοινωνεί κάποιες φορές πολύ, περισσότερο, λίγο, ή ακόμη και καθόλου. Ας είναι…

Λέμε να πετάξουμε μαζί σου. Υπάρχει ένας στίχος από την νέα σου ιστορία που θα μας έλεγες αν σου ζητούσαμε να μας πεις αυτόν που σε αποκαλύπτει καλύτερα;

«Αν ήμουν πλούσιος…
Δέντρα θα είχα δυό
απέναντι απ’ τα μάτια μου τα δυό
να βλέπω τα πουλιά
πως έρχονται πως φεύγουν τα πουλιά
πετώντας»