Εύη Τσιτιρίδου-Χριστοφορίδου: “Το βιβλίο είναι ένας κόσμος από μόνο του, το έχουμε, δεν μας έχει ανάγκη”

0
1003

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών της Αθήνας και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ενώ από το 2003 εργάζεται ως νηπιαγωγός στη δημόσια εκπαίδευση. Από το 1991 έχει συνεργαστεί με πολλούς φορείς, οργανισμούς και μέσα όπως το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, την Καθημερινή (παιδικό ένθετο “Οι Ερευνητές πάνε παντού”), το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και πολλούς άλλους. Από το 2008 έχουν κυκλοφορήσει σχεδόν 20 βιβλία της από αρκετούς εκδοτικούς οίκους (Παπαδόπουλος, Πατάκης, Μεταίχμιο, Σαϊτης, Κέδρος, Καλέντης, Βάρφης, Ακρίτας), ενώ το 2012 έλαβε το Βραβείο “Βίτως Αγγελοπούλου” του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο “Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη” (εκδόσεις Πατάκη). Εδώ και λίγες μέρες κυκλοφορεί το νέο της βιβλίο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο “Ένα γράμμα για τον αρχηγό” που κερδίζει τις εντυπώσεις με το χιούμορ, τη φρεσκάδα και την προσέγγισή του για τα παιδιά-αρχηγούς.
Η Εύη Τσιτιρίδου-Χριστοφορίδου στο ELNIPLEX.
Συνέντευξη στον Απόστολο Πάππο.

“Είναι σωστός άθλος στις μέρες μας η αντίσταση
σε όλες τις παντοδύναμες Σειρήνες”

Εύη, καλώς ήρθες στο ELNIPLEX, ευχαριστώ για την τιμή. Μόλις κυκλοφόρησε το νέο σου βιβλίο «Ένα γράμμα για τον αρχηγό». Ποιος είναι ο αρχηγός και γιατί είναι αρχηγός;
Σας ευχαριστώ κι εγώ για την τιμή, την πρόσκληση και τη φιλοξενία. Καθένας μας είναι λίγο από αυτό που πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν, λίγο από αυτό που ο ίδιος επιλέγει και πιστεύει ότι είναι και λίγο από αυτό που πραγματικά είναι ή προορίζεται να γίνει μεγαλώνοντας. Ο Άρης, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου «Ένα γράμμα για τον αρχηγό», είναι ένα οκτάχρονο αγόρι που έχει επιλέξει να αυτοαποκαλείται και να συμπεριφέρεται ως «αρχηγός» στους χώρους που κοινωνικοποιείται και κυρίως στο σχολείο του. Αρχηγός με τον τρόπο που σε γενικές γραμμές υποδεικνύει, αποδέχεται και συντηρεί η κοινή γνώμη επιφανειακά και απλουστευτικά, χωρίς αξιολόγηση εις βάθος δηλαδή. Έτσι και ο Άρης, που μάλιστα χαρακτηρίζει τον εαυτό του «Λιοντάρη», θεωρεί αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμά του το να είναι αρχηγός στην τάξη του, να μονοπωλεί το ενδιαφέρον και να αποφασίζει για όλους και για όλα, επειδή είναι «πρώτος και καλύτερος» σε όλα: έχει γνώσεις, ευστροφία, ικανότητες και δύναμη επιβολής. Είναι, όμως, έτσι στην πραγματικότητα; Μήπως έχει κι αυτός τις δυσκολίες και τα δίκια του και καταφεύγει στο «αρχηγιλίκι» από αμηχανία, από ανασφάλεια, από έλλειψη υπομονής; Μήπως υπάρχουν και άλλα είδη αρχηγών τα οποία δεν γνωρίζει, αλλά αν κάποιος του τα μάθαινε, θα τα προτιμούσε; Μήπως η επιμονή του να είναι αρχηγός με το ζόρι, συχνά παραβαίνοντας τους κανόνες και τα όρια της καλής συμπεριφοράς έχει μεγαλύτερο κόστος από όφελος για εκείνον;

Καθώς, εκτός από συγγραφέας, είσαι και παιδαγωγός και μητέρα, επίτρεψέ μου να σε ρωτήσω τι θεωρείς ότι διαμορφώνει παιδιά-αρχηγούς σαν τον Άρη;
«Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω» έχει γράψει σε ένα ποίημά της η Γαλάτεια Καζαντζάκη. Αυτός ο στίχος απαντά εν μέρει στην ερώτησή σου. Μεγάλο μέρος της ευθύνης έχει ασφαλώς η οικογένεια. Όταν βλέπω και ακούω γονείς να φέρνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να τα ξεπροβοδίζουν στην είσοδο με την επωδό «Αν σε πειράξει κανείς, μην κάνεις την κότα, όρμα», «το νου σου, να είσαι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από τους άλλους, πρώτος εσύ να τους τη φέρεις», «χτύπα πριν σε χτυπήσουν, μην είσαι κορόιδο», σκέφτομαι «ωραία και δύσκολα θα περάσουμε και φέτος…». Κι ανασκουμπώνομαι για να δώσω να καταλάβουν μικροί και μεγάλοι τι εστί διάλογος, συνεργασία, δημοκρατία, ανοχή, αλληλοσεβασμός, υπομονή, διάκριση και πάει λέγοντας. Γιατί το σχολείο δεν μπορεί να είναι αρένα κι εγώ δεν επέλεξα στη ζωή μου να παριστάνω τη θηριοδαμάστρια. Ακόμη κι αν υπάρχει μία προδιάθεση ή άλλοι λόγοι που ευθύνονται για τις «αρχηγικές» συμπεριφορές κάποιων παιδιών, η οικογένεια, το στενό περιβάλλον τους είναι αυτό που θα τις ενισχύσει ή θα τις κατευνάσει. Τη χαριστική βολή δίνουν η τηλεόραση, το τάμπλετ, το κινητό τηλέφωνο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και βέβαια όλα τα προϊόντα – διαμορφωτές γνώμης που απευθύνονται στα παιδιά και προσδιορίζουν τα πάντα στη ζωή τους: το φαγητό, το ντύσιμο, τη διασκέδαση, την συμπεριφορά τους, τους κώδικες επικοινωνίας μεταξύ τους και με τον υπόλοιπο κόσμο, τον τρόπο που σκέφτονται και που αισθάνονται, ή που νομίζουν ότι σκέφτονται και αισθάνονται. Είναι σωστός άθλος στις μέρες μας η αντίσταση σε όλες αυτές τις παντοδύναμες κι ακαταμάχητες Σειρήνες. Γιατί συχνά υποκαθιστούν το ρόλο και την επιρροή των πραγματικών προσώπων κύρους στη ζωή των παιδιών. Με αυτά ξυπνούν, με αυτά πορεύονται, με αυτά κοιμούνται. Και κανείς δεν στέκεται δίπλα τους με τρόπο ουσιαστικό, ώστε να τα παροτρύνει να μην κάνουν στους άλλους αυτά που δεν θα ήθελαν να υφίστανται τα ίδια από τους άλλους.

“Κάθε φορά που επιλέγουμε ένα βιβλίο για τα παιδιά, τους μαθητές, τους εαυτούς μας, προβαίνουμε σε μία πράξη επί της ουσίας πολιτική”

Ο γνωστός παιδίατρος Άλντο Ναουρί έλεγε ότι το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στα όρια που βάζουμε στα παιδιά προκειμένου να μην φέρονται σαν δυνάστες. Το συμμερίζεσαι αυτό και που χάνεται αυτό το παιχνίδι των ορίων;
Όρια: το επίμαχο θέμα κάθε γενιάς, κάθε κοινωνίας, κάθε εποχής. Από χαρακτήρα και από άποψη είμαι υπέρμαχος της πρόληψης και όχι της καταστολής. Σκέφτομαι πάντα τι μπορώ να κάνω για να μη φτάσουμε να έχουμε πρόβλημα. Και προσπαθώ να αποδεικνύω συνεχώς, λόγω και έργω, ότι η ευτυχία, η καλοπέραση αν θέλεις, είναι σύμφυτη με το σεβασμό του εαυτού μας και των άλλων. Αγωνίζομαι συνεχώς να αφουγκραστώ κάθε άτομο ξεχωριστά, κάθε ομάδα, για να καταλάβω τι είναι αυτό που ποθεί ο νους και η καρδιά τους. Τι αρέσει στον καθένα, τι τον κινητοποιεί και τον ενθουσιάζει, τι τον ησυχάζει. Σαφώς δουλεύουμε και τους κανόνες. Αλλά εστιάζω πολύ και στα ερεθίσματα που προσφέρει το περιβάλλον και που δίνουν νόημα και αξία στην καθημερινότητα των ανθρώπων, την κάνουν ελκυστική, ενδιαφέρουσα, ποθητή. Γιατί όταν έχεις ενδιαφέρον για αυτό που υπάρχει και συμβαίνει γύρω σου, οι εντάσεις και οι αντιστάσεις λειαίνονται, απαλύνονται. Οι κρίσεις μειώνονται, είναι πιο εύκολα αντιμετωπίσιμες. Δεν μπορείς να έχεις απαίτηση για τήρηση ορίων και κανόνων μέσα σ’ ένα στείρο, αδιάφορο, στεγνό από χυμούς της ζωής περιβάλλον. Αυτό το περιβάλλον φτιάχνει αγρίμια, τροφοδοτεί τα πιο ταπεινά ένστικτα. Η ανία, η δυστυχία, η κακοπέραση τρέφουν το θυμό και ο θυμός παράγει και υπηρετεί το Κακό και τ’ Άδικο.

Το βιβλίο πώς συμμετέχει στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών; Είναι εργαλείο; Λειτουργεί συμπληρωτικά; Ή έχει έναν πιο αυτόνομο ρόλο;
Το βιβλίο, όπως και κάθε έργο τέχνης, είναι ένας κόσμος από μόνο του. Το έχουμε, δεν μας έχει ανάγκη. Μπορεί να αποτελέσει αφορμή, ενισχυτή, εργαλείο εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας, αλλά και άλλοθι, παρηγοριά, έμπνευση, ψυχοθεραπεία, εφαλτήριο, καταπέλτη. Είναι μία συμπυκνωμένη πρόταση ζωής, φιλοσοφική λίθος και αγωγός πολιτικής ταυτόχρονα. Κάθε φορά που επιλέγουμε ένα βιβλίο για τα παιδιά μας, τους μαθητές μας, τους εαυτούς μας, προβαίνουμε σε μία πράξη επί της ουσίας πολιτική. Γι’ αυτό, το νου σας. Τα βιβλία και οι προσφέροντες βιβλία δεν είναι τόσο αθώοι όσο φαίνονται, όσο σας λένε, ή όσο νομίζετε.

Αλήθεια, τι χαρακτηριστικά έχει ένα… κακό βιβλίο (γιατί όλο ρωτάμε για το καλό βιβλίο, οπότε αντιστρέφω το… ISO);
Θεωρώ άτοπες και καμιά φορά επικίνδυνες απλουστεύσεις τους χαρακτηρισμούς «καλό» ή «κακό» για κάτι τόσο ιδιαίτερο και άυλο όπως ένα έργο τέχνης. Η αξία του είναι τόσο υποκειμενική όσο και η έμπνευση του δημιουργού του και ο τρόπος πρόσληψής της από τους αποδέκτες του. Η ποιότητα, η αριστεία στην περίπτωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας μοιάζει με μία σκάλα που το πρώτο σκαλοπάτι της αγγίζει το χώμα όπου πατούν τ’ ανθρώπινα, αλλά το τελευταίο ξεπερνάει κατά πολύ τους ορίζοντές τους. Κι έπειτα παίζει ρόλο και η στιγμή που πιάνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο, που έρχεσαι σε επαφή μ’ ένα έργο τέχνης. Αν είναι προορισμένη γι’ αυτό, αν είσαι έτοιμος να τη ζήσεις, ακόμη και θαύματα μπορεί να συμβούν. Έχω ανοίξει βιβλία που χαρακτηρίστηκαν αριστουργήματα και με άφησαν αδιάφορη. Κι έχει τύχει να διαβάσω κλασικά εικονογραφημένα και να «κολλήσω». Άβυσσος η ψυχή του αναγνώστη. Αν μας κάνει καλό σε κάποια στιγμή της ζωής μας ένα μέτριο, ταπεινό ανάγνωσμα, αυτό από μόνο του δεν είναι σπουδαίο; Ένα κυριολεκτικά «κακό» βιβλίο είναι για μένα το βιβλίο που δεν αποπνέει ήθος, ανθρωπιά και αισθητική. Και αυτό τις περισσότερες φορές το ψυχανεμίζεσαι ήδη από το εξώφυλλο. Και δεν το αγγίζεις, δεν σε αγγίζει. Πας παρακάτω.

“Οι λέξεις είναι τρόπος και προορισμός ζωής”

Γράφεις για παιδιά, γράφεις ποίηση, έχεις γράψει κάποια ξεχωριστά βιβλία γνώσεων. Από πού ξεκίνησε αυτή η αγάπη για τις λέξεις; Έχεις εξήγηση;
Και έχω και δεν έχω εξήγηση. Θα το ψάχνω ώσπου να «φύγω». Από τα παιδικά μου χρόνια ήμουν μοναχική, ανικανοποίητη, ανήσυχη. Δεν μου άρεσαν και δεν μου αρκούσαν τα συνηθισμένα, αυτά που άρεσαν και αρκούσαν στους πολλούς, συνομηλίκους μου και όχι μόνο. Διψούσα όχι απλώς να καλυφθώ μέσες άκρες από μια ιδέα, μια αποστολή, έναν άνθρωπο, αλλά να γοητευθώ. Τόσο πολύ και τόσο βαθιά, που να μην μπορώ να κάνω αλλιώς…Πάντα με έλκυαν αυτά που δεν βρίσκονταν μπροστά μπροστά στις βιτρίνες των σχέσεων, των παρεών, των συνεργασιών. Η γωνιά μου ήταν στα παρασκήνια. Έψαχνα τα υπονοούμενα, τα απόκρυφα γιατί των λέξεων, των πράξεων και κυρίως των αισθημάτων. Όλα αυτά που δεν πρωταγωνιστούσαν, αλλά κόμιζαν και υπεράσπιζαν τη δική τους αλήθεια κάτω από την πέτσα προσώπων και πραγμάτων. Όλες οι τέχνες μου άρεσαν, όλες τις εξερευνούσα και εξακολουθώ να τις εξερευνώ, όλες τις αγαπώ, τις απολαμβάνω. Αλλά ο μεγάλος, ο ανεκπλήρωτος έρωτάς μου είναι η λογοτεχνία. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν. Οι λέξεις είναι γη, ύδωρ και ουρανός μαζί για μένα, ευλογία και βάσανο. Είναι τρόπος και προορισμός ζωής. Η δική μου ασκητική. Μην το εκλάβετε ως υπερβολή, γιατί δεν το βιώνω έτσι. Μου συμβαίνει απλά, «σιγανά και ταπεινά», εντελώς αθόρυβα και φυσιολογικά στην καθημερινότητά μου. Και τις περισσότερες φορές είναι μια διεργασία πολύ προσωπική, μοναχική. Κανένας άλλος δεν παίρνει χαμπάρι που ταξιδεύω τότε…

“Εκπαιδευόμαστε λες και το να επιτρέπεις στον εαυτό σου να διατηρήσει το παιδί μέσα του, σημαίνει ότι είσαι φαιδρός, αφελής…”

Θεωρώ ότι είσαι από τις αρμόδιες να μας διαφωτίσεις για τη σχέση των παιδιών με τη λογοτεχνία. Τα παιδιά αγαπούν τη λογοτεχνία. Τι συμβαίνει και μεγαλώνοντας φτάνουμε σε ένα ποσοστό 7% περίπου που διαβάζει βιβλία, ενώ οι υπόλοιποι τους γυρίζουν την πλάτη;
Μεγαλώνουμε. Ενηλικιωνόμαστε. Ωριμάζουμε. «Σοβαρευόμαστε». Μας εκπαιδεύουν όλο και πιο σκληρά, όλο και πιο απροκάλυπτα, όλο και πιο κυνικά σε αυτό. Λες και το να είσαι παιδί, το να επιτρέπεις στον εαυτό σου να διατηρήσει το παιδί μέσα του, σημαίνει ότι είσαι φαιδρός, αφελής, ότι είσαι άνθρωπος κατώτερης αξίας, μισός. Όμως, για να κοιταχτούμε λιγάκι στον καθρέφτη. Ποιανού το ηθικό και αξιακό σύστημα είναι ανθρωπινότερο, αληθινότερο, φυσιολογικότερο; Του παιδιού ή του ενηλίκου; Το παιδί κυνηγάει την απλότητα, τη χαρά, την αγάπη, ο ενήλικος τη δόξα, τα πλούτη, την εξουσία. Το παιδί παίζει, ο ενήλικος ασκείται στο να περιπαίζει ή ανέχεται να τον εμπαίζουν. Το παιδί μαθαίνει, ο ενήλικος ξέρει. Το παιδί πρώτα νιώθει, ο ενήλικος πρώτα σκέφτεται, υπολογίζει. Το παιδί είναι αυθόρμητο και ευκολόπιστο, ο ενήλικος είναι μεθοδιστής και άπιστος Θωμάς. Το παιδί μεγαλώνοντας αλλάζει, ο ενήλικος κυρίως ανταλλάζει. Το παιδί εμπιστεύεται και το δείχνει χωρίς να φοβάται, ο ενήλικος αμφισβητεί μέχρι τελικής πτώσεως και κρύβει επιμελώς ότι φοβάται. Το παιδί φαντάζεται και απολαμβάνει, ο ενήλικος ερευνά, αποδεικνύει, αποδομεί. Σου απάντησα στο γιατί μεγαλώνοντας γυρίζουμε την πλάτη μας στο βιβλίο, στις τέχνες, στον πολιτισμό; Στο συνάνθρωπό μας τελικά;

Τι θεωρείς ότι χάνουν αυτοί που δεν διαβάζουν;
Κάτι πολύ σπουδαίο και αναντικατάστατο. Τη δυνατότητα να ζήσουν, να κατανοήσουν, να αγαπήσουν, να αναλογιστούν, να θαυμάσουν, να επικοινωνήσουν και να μοιραστούν αμέτρητες φορές τις αμέτρητες ζωές αμέτρητων άλλων πλασμάτων, πραγματικών και φανταστικών.

Εκτός από το κλασικό «οι γονείς που διαβάζουν είναι το καλύτερο παράδειγμα για τα παιδιά τους», υπάρχουν άλλοι τρόποι να πείσουμε τα παιδιά να διαβάσουν ή πρέπει να αρχίσουμε πείθοντας τους γονείς;
Να πείσουμε; Δεν είμαστε πολιτικοί που αναζητούν ψηφοφόρους, αλλά φιλότιμοι εμψυχωτές και ονειροπόλοι ρεαλιστές που επιδιώκουν το αδύνατο. Γι’ αυτό, αντί για τη θεότητα Πειθώ θα επικαλεστώ τον Έρωτα. Αυτός έχει φτερά, είναι παιχνιδιάρης, ταξιδιάρης, απρόβλεπτος, δημιουργικός, ζωηρός και ακαταμάχητος. Και καταφέρνει να πείσει μικρούς και μεγάλους, με τρόπους συμβατικούς αλλά και αντισυμβατικούς, κινητοποιώντας και το σώμα και το μυαλό και την ψυχή και τη φαντασία μας. Έτσι ώστε όλοι κάποια στιγμή, μικροί και μεγάλοι, να βρούμε το δάσκαλό μας… Δεν έχουμε παρά να τον συμβουλευθούμε και να τον μιμηθούμε.

“Νομίζω ότι όλοι διαβάζουμε παραμύθια”

Θα επιστρέψω στα βιβλία σου αλλά θα αλλάξω… βιβλίο. Ξέρω την αγάπη σου για την παράδοση και τους τόπους των Ελλήνων. «Τα παραμύθια της Ίμβρου» τι ήρθαν να προσφέρουν στο εκδοτικό τοπίο;
«Μια πρώτη γνωριμία με την ιστορία και τον πολιτισμό της Ίμβρου και των αυτοχθόνων κατοίκων της. Έναν φόρο τιμής στην προσπάθεια κάθε ανθρώπου να διατηρήσει τα δικαιώματα, τη μνήμη και την ταυτότητά του, όπου γης», σημειώνουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Γνώση, περίσκεψη, ψυχαγωγία, σπουδή στη μνήμη και την ιστορία, ένα νοερό ταξίδι σε μια μικρή, «όμορφη και παράξενη πατρίδα», που ακόμη επιμένει ν’  αντιστέκεται στη δυσοίωνη μοίρα της. Αυτό μόνο θα προσθέσω. «Κι όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει».

Γιατί οι μεγάλοι σταματούν να διαβάζουν παραμύθια; Γιατί τα θεωρούν «παιδική» υπόθεση μόνο;
Σταματούν; Δεν είμαι βέβαιη. Πως ξέρεις τι κάνουν όταν νυχτώνει, είναι πολύ αργά και το μόνο φως που μένει ανοικτό στα σπίτια είναι το «φωτάκι κινδύνου»; Νομίζω ότι όλοι διαβάζουμε παραμύθια. Κι όχι μόνο τα διαβάζουμε, τα ζούμε κιόλας. Ή ευχόμαστε και προσπαθούμε να τα ζήσουμε. Γιατί τα παραμύθια δεν έχουν ηλικία. Είναι η επιδερμίδα του φανταστικού εαυτού μας. Αγέραστα και παντοδύναμα. Ιαματικά και επουλωτικά στις πληγές και τις αγωνίες μας, σαν τις κρέμες νυκτός από πανάρχαια, φυσικά υλικά των μαμάδων και των γιαγιάδων μας.

Η Ίμβρος και η κάθε Ίμβρος τι σημαίνουν για σένα και θέλησες να την φέρεις στα χέρια των αναγνωστών;
Κάθε πατρίδα είναι για μένα τόπος ιερός. Ένα άβατο της ψυχής κάθε ανθρώπου. Τα άυλα και τα υλικά συστατικά που ζυμώθηκαν για να προκύψει η ταυτότητα και ο προορισμός του. Το αλώνι και το λιμάνι όπου ήρθε αντιμέτωπος με τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό του. Είναι ο τρόπος ζωής του, τα όνειρα και η πραγματικότητά του. Οι ανάγκες και η προσφορά του στη γειτονιά του κόσμου. Η αλήθεια και τα παραμύθια του. Αυτήν την πατρίδα κανείς δεν έχει δικαίωμα να τη στερήσει από κανέναν. Με κανένα τρόπο. Όπου και από όποιον επιχειρείται κάτι τέτοιο είναι για μένα η υπέρτατη Ύβρις. Και ως Ύβρις κυοφορεί τη Νέμεση. Αλλά όσο κι αν «αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει, τούτη η ζωή φαρμάκια στάζει», πάντα θα βρίσκομαι στη μεριά εκείνων που θα τραγουδούν «μα εγώ κεντώ ελπίδα στης αλήθειας την ασπίδα».

“Σημειώστε την ημερομηνία, Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019…”

Πόσο δύσκολο είναι να συντονιστούν πολλοί δημιουργοί όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Νικόλας Ανδρικόπουλος, ο Δημήτρης Κάσσαρης για να βγει το αποτέλεσμα που έχει κατά νου ο πρωτεργάτης του βιβλίου, ο συγγραφέας;
Τίποτα δεν είναι δύσκολο όταν υπάρχει ομοψυχία και αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, πίστη σε έναν κοινό σκοπό, αγκάλιασμα του ίδιου οράματος. Με οργάνωση, με κέφι και με συστηματική δουλειά, με ένα μαγικό τρόπο ακόμη και το πιο δύσκολο γίνεται εφικτό και το κάθε τι συμβαίνει στην ώρα του. Γιατί όλοι είμαστε και νιώθουμε πρωτεργάτες, ο καθένας στο πόστο του. Ο Κώστας Χριστοφορίδης είχε το γενικό συντονισμό της έκδοσης και την επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Σύλλογο Ιμβρίων, οι συνεργάτες μας στις εκδόσεις Σαϊτη και ο Δημήτρης Κάσσαρης ανταποκρίθηκαν με προθυμία και ενθουσιασμό σε ό,τι τους ζητήθηκε, ο Γιώργος Νταλάρας ανέλαβε με δική του πρωτοβουλία και έφερε εις πέρας με το γνωστό άψογο τρόπο του όλα όσα αφορούσαν στο τραγούδι, ο Νικόλας ο Ανδρικόπουλος ζωγράφισε. Εγώ χαμογελούσα σε όλους, για να πάνε όλα κατ’ ευχήν! Ε, να μην αστειευτούμε και λίγο; Τώρα να δούμε τι θα γίνει, που ετοιμάζουμε την πρώτη «επίσημη» παρουσίαση του βιβλίου στο Σύλλογο Ιμβρίων, στη Νέα Σμύρνη, με όλους τους συντελεστές του και με πολλούς ξεχωριστούς καλεσμένους και πολλές εκπλήξεις. Σημειώστε την ημερομηνία, Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019. Για τις λεπτομέρειες μείνετε συντονισμένοι.

Κλείνοντας, τι ετοιμάζεις μετά τον «Αρχηγό»;
Θα σας πω τα «σίγουρα», αυτά που και εγώ ξέρω. Δύο νέα βιβλία βρίσκονται στα σκαριά και θα κυκλοφορήσουν πριν την άνοιξη του 2019. Πρόκειται για δύο κείμενα που έχουν συνδεθεί με ιδιαίτερες στιγμές της ζωής μου και εκπροσωπούν κατά κάποιο τρόπο δύο πολύ σημαντικές για μένα πλευρές μου: την αγάπη μου για τη φύση και ειδικότερα τη θάλασσα και την αγάπη μου για τη θεατρική έκφραση. «Ψίθυροι στην αμμουδιά» και «Το αόρατο χωριό» οι τίτλοι τους. Το πρώτο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο και το δεύτερο από τις εκδόσεις Σαϊτη. Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο τους είναι ότι τα εικονογράφησε το ίδιο πρόσωπο, η Έφη Κοκκινάκη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και με πολύ διαφορετικό τρόπο το ένα από το άλλο. Αλλά αυτά θα έχουμε την ευκαιρία, πιστεύω, να τα πούμε εν καιρώ.

Εύη, σε ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ, Απόστολε. Και ελπίζω να μην κουράσαμε τους αναγνώστες μας. Ήταν μία «χορταστική» συνέντευξη.