Η Φωτεινή Στεφανίδη και ο Χρήστος Μπουλώτης μιλούν για “Το Κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι”

0
1934

Φωτεινή Στεφανίδη, Χρήστος Μπουλώτης. Μια από τις πλέον πολυετείς και θρυλικές θα έλεγα συνεργασίες στο χώρο του βιβλίου για παιδιά, νέους μα και ενηλίκους. Από το 1996 και το άρτιο και κινηματογραφικό “Ο Κάδμος, η σκυλίτσα του και το φεγγάρι” πέρασαν είκοσι δύο χρόνια και λίγα περισσότερα βιβλία μαζί. Χιλιάδες άνθρωποι διάβασαν τις αληθινές ιστορίες και τις φροντισμένες λέξεις ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς και ακολούθησαν με το βλέμμα ή τα δάχτυλα τις ζωγραφιές μιας έξοχης ζωγράφου στο ύφος της οποίας στροβιλίζονται παραστατικά το παλιό και το νέο, το δυναμικό και ο υπαινιγμός.

Η φράση του Νίτσε «έχουμε την τέχνη για να μην μας συντρίψει η αλήθεια» τέμνει αναμφίβολα τη συνεργασία των δύο κορυφαίων δημιουργών και στο νέο τους βιβλίο “Το Κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Υποδεχθείτε ένα εκδοτικό γεγονός.

Φωτεινή, καλώς ήρθες. Ποια συνεργασία είναι αυτή με τον Χρήστο Μπoυλώτη;
Όταν κοιτάζω τη λίστα των βιβλίων που δουλέψαμε μαζί, μου φαίνονται λίγα. Όταν διαβάζω τους τίτλους αργά αργά και πέφτουν βροχούλα ποτιστική στην ψυχή οι συναντήσεις, οι εικόνες, οι ιδέες και οι δοκιμές, οι αγωνίες και προπάντων οι χαρές, βλέπω να κυλάει ολόκληρη ζωή. Λοιπόν, αν δεν μου έχει ξεφύγει κανένα, το κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι είναι το εικοστό πέμπτο μας βιβλίο. Και δεν είναι μόνο παιδικά τα βιβλία μας. Είναι και ποίηση ανάμεσα, κι αναγνώσματα για μεγάλους. Και τα παιδικά του ωστόσο δεν είναι αγαπητά κι από μεγάλους;

Και βέβαια! Αλήθεια, πώς αισθάνεσαι όταν εικονογραφείς τις λέξεις ενός τέτοιου συγγραφέα;
Απέραντα φιλικά και αγαπησιάρικα. Πλήρως ικανοποιημένη από τον τρυφερό λόγο που χαμηλώνει για να συναντήσει τους αποδέκτες του, τα παιδιά το πιο πολύ, χωρίς όμως την παραμικρή έκπτωση στον πλούτο και τη χάρη του. Κι ακόμη πόσο μεγάλη η χαρά των ζωντανών μας συναντήσεων και το φώτισμα του προσώπου του από την ευχαρίστηση. Ένα παιδί ο Χρήστος μας, μεγάλο και γενναιόδωρο σε όλα του, με τις επιθυμίες και το πείσμα, με το δάκρυ και το χαμόγελο, με το παιχνίδι στο χέρι και στην καρδιά, με τη συστολή και το καμάρι. Όλα αυτά φαίνονται στις λέξεις του και συνεπαίρνουν με την αλήθεια τους.

Φωτεινή, μίλησέ μας για τη νέα σας αυτή συνεργασία. Τι θα διαβάσουμε; Τι θα δούμε;
Το βιβλίο ξεκινά με άνεμο Σιμούν στην Αίγυπτο και τελειώνει με βοριαδάκι στην Αθήνα. Και δεν είναι η άμμος η αιτία που δακρύζουν τα μάτια που και που. Το κροκοδειλάκι φέρνει τη συγκίνηση. Είναι μόνο, ξένο, διαφορετικό, μέσα στην καρδιά μιας πόλης που το αρνείται χωρίς εκείνο να ξέρει το γιατί. Ελπίδα, φως, από πουθενά. Και όμως, να, που μας εμφανίζει ο Χρήστος τα διδυμάκια, τον Γιώργο και τη Μαρία. Έρχεται και στις εικόνες ένα ποταμίσιο πουλί του Νείλου για συντροφιά και μαλάκωμα.
Βάζω σκόρπια λίγα κομμάτια απ’ το τρυφερό γραπτό μαζί και λίγα σχέδια:

«Φύσηξε πάλι από την έρημο Σαχάρα ο δυνατός άνεμος Σιμούν τρομάζοντας τις καμήλες, τους καμηλιέρηδες και τα παιδιά που έπαιζαν στην όαση με τις πανύψηλες χουρμαδιές. Μα τούτη τη φορά, καθώς περνούσε ο άνεμος Σιμούν απ’ το πλατύ ποτάμι που το λένε Νείλο, σήκωσε, με ένα βαθύ φλουπ, τεράστια μια αγκαλιά νερό, που είχε μέσα της νούφαρα κι ένα κροκοδειλάκι που κολυμπούσε ανέμελο, τρισευτυχισμένο».
Τη σήκωσε ψηλά στον ουρανό εκείνη την αγκαλιά νερό, τόσο ψηλά που το καημένο το κροκοδειλάκι με μάτια έντρομα έβλεπε τώρα τους ανθρώπους στη γη να είναι μια σταλιά σαν τους κόκκους της άμμου. Και το χειρότερο ήταν πως η αγκαλιά νερό, αντί να ξαναπέσει κάτω στο πλατύ ποτάμι που το λένε Νείλο, άρχισε να ταξιδεύει κατά τον Βορρά, προς τη μεριά δηλαδή της Μεγάλης Θάλασσας. (…)

(…) «Έτσι, το μικρό κροκοδειλάκι από ψηλά έπεσε καταμεσής σε μια μεγάλη στρογγυλή πλατεία τίγκα σε αυτοκίνητα κι ανθρώπους. Πριν καλά καλά χαρεί που επιτέλους ξαναπάτησε στη γη, φώλιασε στην καρδιά του πάλι φόβος. Φοβήθηκε πολύ το κροκοδειλάκι. Τρόμαξαν όμως και οι άνθρωποι της μεγάλης στρογγυλής πλατείας με το που το είδαν.
– Τι λες, Μαρία, το σώζουμε;
– Οπωσδήποτε, Γιώργο!»
– Το φοβόμαστε το καημένο το κροκοδειλάκι;
– Όχι, καθόλου δεν το φοβόμαστε εμείς το καημένο το κροκοδειλάκι.»

(…) «- Αχ και να γινόμουν αληθινό λιβάδι!, αναστέναξε μια μέρα το κροκοδειλάκι. Ο Γιώργος και η Μαρία το κοίταξαν απορημένοι για τούτη την παράξενη επιθυμία του.
– Το λες αλήθεια, κροκοδειλάκι;»
(…)
«Κι ήταν πολύ ευτυχισμένο, γιατί, όπως έλεγε συχνά κι ο μπαμπάς του Γιώργου και της Μαρίας, οι επιθυμίες είναι σαν τα όνειρα, βγαίνουν αληθινές άμα τις πιστεύεις πολύ και προσπαθείς και επιμένεις».

Αποκάλυψέ μας ένα μυστικό μιας συνεργασίας σου με τον Χρήστο Μπουλώτη ή συγκεκριμένα αυτού του βιβλίου.
Ναι, υπάρχει ένα μυστικό που έχει αρχίσει φοβάμαι να διαρρέει από μόνο του: Ό,τι και να γράψει ο Χρήστος, βρίσκει ένα τρόπο και γίνεται αληθινό και ζει μέσα στη ζωή μας. Και το αγοράκι-άγαλμα κρύωσε, κι ο σκύλος Δαλματίας πέταξε και η κυρία Μίνα μαζί με τη Λελέ κέντησαν αληθινά αστέρια, και οι γατούληδες όλοι μάς κοίταξαν στα μάτια. Μαζί τους ζωντάνεψε ο σκύλος-άνθρωπος Ουίσκι, η αυλή του ποιητή και το πεύκο της ζωγράφου στα δυο βήματα, ο Κάδμος με τη μεταξένια σκάλα του στο φεγγάρι της Θήβας, ο γαϊδαράκος με φουσκωμένη την κοιλιά, η Λεύκα και τ’ άλογο στο πιο τρελό τους όνειρο, τα πουλιά στο καπέλο της ρακοσυλλέκτριας Ρίνας, κι άλλα, όλα, τι να σας λέω. Τώρα πια με τον κροκόδειλο, το ζήσαμε μέρα τη μέρα, και μάλιστα με επισκεπτήρια αφημένα.
Κι άλλο ένα μυστικό. Λέμε στο τέλος της χρονιάς, επάνω στις γιορτές, να παρουσιάσουμε αυτή μας τη διαδρομή σε μια επιλεκτική αναδρομική έκθεση στην Αθήνα.

Τι σε κάνει, Χρήστο, να εμπιστεύεσαι τα μαγικά πινέλα της Φωτεινής με κλειστά μάτια;
Το ότι όποιον δρόμο κι αν παίρνουμε, συναντιόμαστε πάντα στο ίδιο σταυροδρόμι.

Ένα μυστικό του Χρήστου Μπουλώτη για το κροκοδειλάκι;
Αγιοποιώ ό,τι με φοβίζει.

ΥΓ: Featured image από το timeline του facebook της Φωτεινής Στεφανίδη