Λαικές εκφράσεις από Π και Ρ: παίρνω αμπάριζα, πετάει τη σκούφια του κ.α.

0
713

Παίρνω αμπάριζα (και βγαίνω)
Σε ποια περίπτωση λέγεται: αισθάνομαι δυνατός και παίρνω φόρα να επιτεθώ στο στόχο ή τον αντίπαλό μου παρασύροντάς τον με την ορμή μου.
Από πού προήλθε: η αμπάριζα είναι παραδοσιακό παιχνίδι ανοιχτού χώρου που παιζόταν από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα είχε την εστία της (μία κολώνα). Ένας παίκτης της μιας ομάδας έβγαινε από την αμπάριζά του και πλησίαζε την αντίπαλη αμπάριζα προκαλώντας τους παίκτες της. Τότε κάποιος αναλάμβανε να τον κυνηγήσει και ο αντίπαλος παίκτης υποχωρούσε προς τη δική του αμπάριζα, να ανανεώσει τη «φωτιά» του και να είναι δυνατότερος από τον παίκτη που τον καταδίωξε. Κατόπιν κάποιος άλλος παίκτης της άλλης ομάδας μπορούσε να βγει εκ νέου αφού θα είχε δυνατότερη φωτιά αυτός. Ο παίκτης που έβγαινε τελευταίος από την αμπάριζα της ομάδας του ήταν και ο πιο δυνατός. Από εκεί προέκυψε το παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, δηλαδή δεν υπολογίζω τίποτα καθώς είμαι ο πιο δυνατός.

***

Πετάει τη σκούφια του
Σε ποια περίπτωση λέγεται: όταν επιθυμώ πολύ κάτι ή με χαροποιεί πολύ κάτι να το πράξω.
Από πού προήλθε: η σύζυγος του Όθωνα, βασίλισσα Αμαλία, ήταν η εμπνευστής, το μοντέλο καλύτερα της στολής που επεκράτησε σήμερα ως «Αμαλία». Όταν οι Έλληνες την είδαν με αυτήν την αμφίεση στα ανάκτορα πέταξαν τα δικά τους φεσάκια στον άερα τρισευτυχισμένοι από το λαμπρό θέαμα. Το ίδιο έκαναν οι στρατιώτες όταν μάθαιναν τη νίκη κάποιου δικού τους στρατού. Η κίνηση έγινε συνώνυμη του ενθουσιασμού.

***

Πετυχαίνω διάνα
Σε ποια περίπτωση λέγεται: όταν πετυχαίνω το στόχο μου ή μια μεγάλη επιτυχία.
Από πού προήλθε: Η Άρτεμις ήταν κόρη της Λητούς, αδερφή του Απόλλωνα και ως γνωστόν θεά του κυνηγιού. Η Άρτεμις ήταν αξεπέραστη στο σημάδι. Έτσι κάθε επιτυχία στο στόχο θεωρήθηκε συνώνυμή της. Κάπου εδώ, μπαίνουν στην ιστορία μας οι Ρωμαίοι που ονόμασαν τη θεά Αρτέμιδα με το δικό του Διάνα (Diana). Έμεινε λοιπόν το «πέτυχα διάνα». Εδώ που τα λέμε το «πέτυχα Άρτεμις» δε θα μας έλεγε και πολλά…

***

Πληρώνω τη νύφη
Σε ποια περίπτωση λέγεται: όταν υφίσταμαι εγώ τις βασικές συνέπειες από επιλογές ή σφάλματα που κάνουν άλλοι.
Από πού προήλθε: Σε πολλές ελληνικές επαρχίες, οι γονείς της νύφης αδυνατούσαν να την προικίσουν. Έτσι, όχι μόνο δεν προίκιζαν τον ερχόμενο γαμπρό αλλά, αντιθέτως, ζητούσαν χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία ανάλογα με τα προσόντα (ομορφιά κτλ) της κόρης τους. Πλήρωναν τη νύφη λοιπόν οι του γαμπρού αλλά οι ίδιοι δεν είχαν κάποιο όφελος.

***

Ραπανάκια για την όρεξη
Σε ποια περίπτωση λέγεται: όταν δεν έχουμε τα βασικά και ζητάμε τα περιττά.
Από πού προήλθε: ο Ναυπλιώτης τελάλης ονόματι Μπέκας φώναζε στα στενοσόκακα της παλιάς πρωτεύουσας της Ελλάδας για τα εξαιρετικά προϊόντα του: «ψάρια, φάβα και άλλα ντόπια κι ωραία». Μαζί του είχε ματσάκια από ραπανάκια με τα οποία άρχιζε κάθε του τελάλημα: «Ραπάνια για την όρεξη», φώναζε αυτός…και έμεινε…