Μιλώντας στα παιδιά για απώλεια και θάνατο με ένα βιβλίο

0
5480

Όταν κάποτε ένα παιδί με ρώτησε “γιατί τα αγόρια έχουν πουλί και τα κορίτσια πιπί”, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν υπήρχε δυσκολότερη ερώτηση από αυτήν. Και η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν μερικές.

“Πού πήγε ο παππούς;”
“Μας βλέπει η γιαγιά από εκεί που πήγε;”
“Μπορώ να της μιλάω; Θα με ακούει;”
“Πώς πεθαίνει κάποιος;”
“Πώς γίνεται να μην τον ξαναδώ αφού τον αγαπώ τόσο πολύ;”

Πώς χειριζόμαστε τη θλίψη που μας προκαλεί η απώλεια αγαπημένου προσώπου; Τι λέμε σε μια καρδιά που πονάει; Θαρρώ το λάθος μας είναι μεγάλο. Επιλέγουμε πάντα να μιλήσουμε σε ένα παιδί μάλλον κατόπιν εορτής, όταν ο θάνατος έχει ήδη χτυπήσει την πόρτα μέσω της απώλειας του παππού, της γιαγιάς, κάποιου αγαπημένου προσώπου ή του προσφιλούς μας ζώου. Όμως, η ίδια η ζωή μας θα έπρεπε να είναι μια συνεχής μελέτη και προσέγγιση του θανάτου, αντί να περιμένουμε μαγικές λύσεις μέσα σε λίγες στιγμές. Και η αλήθεια είναι ότι προστατεύουμε συνεχώς τα παιδιά μας από το δυσάρεστο και κατόπιν ψάχνουμε προσεγγίσεις της παράλειψής μας αυτής.

“Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας αντιλαμβάνονται τον θάνατο ως απουσία αλλά δεν κατανοούν ότι είναι οριστικός, καθώς πιστεύουν ότι αυτός που πέθανε, θα επιστρέψει και ότι εξακολουθεί να ζει, να σκέφτεται και να αισθάνεται εκεί που βρίσκεται, ενώ λίγο αργότερα (τάξεις δημοτικού), κατανοούν ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμος, αλλά θεωρούν ότι συμβαίνει μόνο στους άλλους” (βλέπε Μιλώντας στα παιδιά για την απώλεια, Γ. Κυργιόπουλος, Χ. Γάκη). Κι η αλήθεια είναι ότι αυτός που πεθαίνει… επιστρέφει, ξαναζεί μέσα από τη μνήμη, την αγάπη που χάρισε, τις στιγμές που ζήσαμε μαζί του, τα μέρη που περπάτησε.

Στα βιβλία για παιδιά ζουν μερικές από τις καλύτερες προσεγγίσεις του θανάτου. Στην Ελλάδα το θέμα ήταν, όχι απλά ταμπού, αλλά “βαρύ”, “καταθλιπτικό” και “μη εμπορικό”. Όταν πέρασε η εποχή των ευτραφών αγελάδων της δεκαετίας των Ολυμπιακών Αγώνων και των εθνικών πανηγυριών, το θέμα άρχισε να βλέπει φως. Δε θέλω να είμαι άδικος. Ούτε στο συνήθως πρωτοπόρο “εξωτερικό” το θέμα δαφνοστεφανωνόταν, λίγες οι περιπτώσεις βιβλίων που έθεταν το θέμα μπροστά.

Στην τρέχουσα δεκαετία το θέμα βρήκε τους δρόμους που χρειαζόταν. Εν αρχή υπήρξε ένα αστέρι. Και συγκεκριμένα Ένα αστέρι για μένα (2012), των Γιάννη Διακομανώλη και Βασίλη Κουτσιαρή, όπου οι δύο συγγραφείς καινοτομούν τοποθετώντας το “βαρύ” θέμα της ασθένειας της γιαγιάς της Νεφέλης στις σελίδες ενός βιβλίου για παιδιά, καθώς η μικρή καταλαβαίνει ότι η γιαγιά δεν είναι καλά αλλά κανείς δε μιλά γι’ αυτό και η μητέρα της κλαίει κρυφά τα βράδια. Ώσπου μια μέρα, ένα αστέρι κατεβαίνει στη γη και παίρνει μαζί του την γιαγιά της. Άραγε θα την έβλεπε ποτέ ξανά;

Το βότσαλο που προκάλεσε εξαίρετους ομόκεντρους κύκλους στα ήσυχα νερά της ελληνικής παραγωγής ήταν Το δικό τους ταξίδι (2014) της Αργυρώς Πιπίνη με την εξαίρετη εικονογράφηση της Μαριλένας Μελισσηνού, βιβλίο που ξεχώρισε στα εγχώρια βραβεία, αλλά κυρίως αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, καθώς συγκίνησε δίχως κλισέ μελοδραματισμούς και άνοιξε αυθεντικούς τρόπους στην αντιμετώπιση της απώλειας. Ένα αληθινό διαμάντι, δοσμένο με νοσταλγία, λυρισμό και αγάπη για τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας, καθώς ο δυνάστης χρόνος περνά και τα παιδιά παρατηρούν αλλαγές στην συμπεριφορά του… παππού και δεν μπορούν να καταλάβουν το «γιατί».

Την ίδια χρονιά το ιδιαίτερο “Πού πήγε η Ιωάννα, μαμά;” της Γαρυφαλιάς Τεριζάκη ανοίγει με λυρισμό και τρυφερότητα ακόμα περισσότερο το δρόμο της απώλειας. “Μήπως κρύφτηκε η Ιωάννα και θα ψάξουμε να τη βρούμε;” Ναι! Κατά κάποιο τρόπο κρύφτηκε. Στις λέξεις, τα τραγούδια, τη θάλασσα, τις συνήθειες που είχαμε μαζί της.” Η αλήθεια είναι ότι η Ιωάννα της Τεριζάκη ήταν εξόχως τολμηρό, καθώς δεν μιλούσε για γιαγιά και παππού όπως συνηθίζουν τα βιβλία περί απώλειας.

Αυτή συνήθως διερευνάται με την περίφημη τρίτη ηλικία. Τη μαγική, ξεχωριστή σχέση παππού και εγγονού θα τη συναντήσετε να σκιαγραφείται ξεχωριστά στο Ο παππούκας μου (2015), της Καταλανής Μάρτα Αλτές που ήρθε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Key Books, τρία χρόνια μετά την έκδοσή του στο εξωτερικό. Ο παππούς μοιάζει να πάσχει από κάποιου είδους άνοια, έτσι άλλοτε ξεχνάει κι άλλοτε θυμάται, άλλοτε είναι μεγάλος κι άλλοτε παιδί, άλλοτε νιώθει μόνος κι άλλοτε προσδοκά την παρέα. Ο θάνατος προετοιμάζεται, υπαινίσσεται, είναι μπροστά. Αλλά πριν από αυτόν έχουν έρθει οι μικρές, ανεπίστρεπτες φθορές.

Και αυτή τη σχέση, αυτή τη φορά μεταξύ εγγονής και γιαγιάς, θα τη συναντήσουμε ξανά στο Μέχρι τον ουρανό και πίσω (2017) της Αλεξίας Βερνίκου με την θαυμάσια εικονογράφηση της Σοφίας Τουλιάτου. Γιαγιά και εγγονή μοιράζονται στιγμές τόσο ισχυρές, τόσο απροσδόκητα όμορφες, κι όταν η γιαγιά πεθάνει, τότε αναδύεται έντονο το συγκινησιακό στοιχείο της συγγραφέα που μέσα από ξεκάθαρες, ατόφιες πραγματικότητες, μεταφέρει τη δύναμη της αγάπης και χωρίς ωραιοποιήσεις και μεταφυσικότητες αντιμετωπίζει το θάνατο με την ίδια και αυτή δύναμη· την αγάπη.

Με χρυσό μετάλλιο 2015 για το καλύτερο εικονογραφημένο βιβλίο των Independent Publisher, ο Κυπάρισσος της Μάρτα Σανμαμέντ, παίρνει την παλιά ιστορία του Κυπάρισσου και έρχεται να τους σκουπίσει το δάκρυ: όταν ξεχνάς κάτι, τότε και μόνο χάνεται. Όσο ζει στη μνήμη σου, εξακολουθεί να υπάρχει. Η μνήμη είναι μεγάλος κόσμος. Κι οφείλεις να δείξεις σε ένα παιδί πώς πρέπει να ζήσει μια ζωή που θα απολαύσει το ίδιο αλλά και θα μείνει στη μνήμη όσων μείνουν πίσω με θετικό πρόσημο. Είτε πεθάνεις αύριο, είτε στα 78 σου… Το σώμα πεθαίνει. Η αγάπη όχι.

Η απώλεια αγαπημένου ζώου, δίνεται εξαιρετικά (για παιδιά 8+) στο τρυφερό, α-στερεοτυπικό Ο Γουργούρης (2017), της Τασούλας Επτακοίλη, όπου για 15-20 χρόνια ένας γάτος παίρνει αγάπη και χαρά μέσα σε μια οικογένεια μέχρι την ώρα που θα κοιμηθεί τον μεγάλο, ανεξύπνητο ύπνο. Στον Γουργούρη, η συγγραφέας τραβά την εμπριμέ κουρτίνα που συνήθως τοποθετούμε μπροστά στα μάτια των παιδιών για να τους αποκρύπτουμε τα δυσάρεστα λες κι όταν θα βγουν μόνα στη ζωή θα συναντούν παντού πεταλουδίτσες να λουλουδίζουν και πυγολαμπίδες να φωτοβολούν. Η ζωή είναι όμορφη. Μα η ζωή έχει και πολύ δύσκολες στιγμές. Δύσκολοι αποχαιρετισμοί, ο γάτος μου. Μα αυτό δεν είναι ακριβώς ένα βιβλίο για το πένθος και την απώλεια, αλλά ένα βιβλίο για το τι κάνεις μέχρι να έρθει αυτή η ώρα.

Σημαντική πτυχή των βιβλίων για την απώλεια και τη θάνατο, είναι ο κύκλος της ζωής, οι αλλαγές που επέρχονται νομοτελειακά σε όλα τα έμβια όντα. Με σεβασμό και ειλικρίνεια, ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος παίρνει ένα αγόρι που αναλαμβάνει με αγάπη και τρυφερότητα την φροντίδα της ηλικιωμένης γιαγιάς του και βρίσκεται από προστατευόμενος… προστάτης. Ο κύκλος της ζωής, η αντιστροφή των ρόλων και το αναπόφευκτο “τα πάντα ρει” εκφράζονται υποδειγματικά στο Μεγαλώνω τη γιαγιά μου (2016), του βραβευμένου συγγραφέα.

Με τον κύκλο της ζωής και την ανυποχώρητη ροή του χρόνου παίζει και το λυρικό Άφησα την ψυχή μου στον άνεμο, της Ροξάν Μαρί Γκαγιέ. Όλη η αλήθεια στο ερώτημα “Τι γίνεται μετά;” Οι εποχές θα συνεχίσουν να διαδέχονται η μια την άλλη και θα έρθουν κι άλλα καλοκαίρια. Με την ίδια σειρά, πάντα μετά την Άνοιξη. Και τα λουλούδια πάλι θ’ ανθίσουν … το χαμόγελο δεν θα λείψει και τα αστέρια θα εξακολουθούν να λάμπουν. Η ζωή κάνει τον κύκλο της και τη λύπη θα ακολουθήσει η χαρά. Έτσι το χαμόγελο πάλι θα σχηματιστεί στα χείλη και οι αναμνήσεις θα κρατούν πάντα ζωντανή τη μνήμη.

Τελευταία ωδή στο χρόνο που κυλά, στην ομορφιά που ντύνουν τις ζωές μας οι ήρωες που ακούνε στα ονόματα “γιαγιά” και “παππούς” είναι το Παραμύθια με καρπούζι, της Ιωάννας Μπαμπέτα (2018), ένα έξοχο βιβλίο και μια θαυμάσια συνεργασία. Όπου ο χρόνος κυλά. Και μας μεγαλώνει. Και το κορίτσι, που αγαπά το καλοκαίρι, τη θάλασσα, το καρπούζι και τα παραμύθια της γιαγιάς, τον βλέπει να κυλά, να σπρώχνει τα καλοκαίρια, να μεγαλώνει, να μεγαλώνουν οι φίλοι, να μεγαλώνει κι η γιαγιά. Και καθώς η γιαγιά θα φύγει από το νησί, θα μείνουν όλα όσα έζησε στο πλάι της εγγονής της.

Θαυμάσιο, πολυδιάστατο, μετρημένο, λεπτοδουλεμένο λέξη λέξη, αριστουργηματικό, το Πού πήγε ο παππούς της Στέλλας Μιχαηλίδου (2017) και της απίστευτης Καταλανής εικονογράφου Mariona Cabassa είναι ίσως το πλέον λυρικό, ονειρικό, ατμοσφαιρικό, ποιητικό βιβλίο για το θέμα. Πού είναι ο παππούς λοιπόν; Έγινε λουλούδι; Θάλασσα; Χώμα; Κρύφτηκε στις πέτρες; Στο ουράνιο τόξο; Στον ήλιο; Στο τραγούδι των πουλιών; Στον ήλιο; Ίσως είναι παντού τελικά.

Το βιβλίο είναι ένας αυθεντικός πλοηγός μέσα σε μια θάλασσα πραγμάτων που δεν καταλαβαίνουμε, που αδυνατούμε να αποδεχθούμε. Διαβάζοντας αισθάνομαι λιγότερο μόνος, κάποιοι έχουν παρόμοιες αγωνίες και σκέψεις με τις δικές μου, φοβάμαι λιγότερο, καθώς το ταξίδι μου σε τόσο διαφορετικούς κόσμους με τέτοια ποικιλία μέσων και ηρώων, με κάνουν λιγότερο δυσκίνητο στην αποδοχή του διαφορετικού και την ανεκτικότητα στο “αλλο”.