Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ, της Κάθριν Ντόιλ

0
278

“Σε ένα λιβάδι γεμάτο αγριολούλουδα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι στέκονταν δίπλα δίπλα κάτω από μια αρχαία βελανιδιά. Ο ουρανός ήταν αγριεμένος, κεραυνοί βρυχιόνταν σαν θυμωμένα θηρία.
“Είσαι έτοιμη;” ρώτησε το αγόρι νευρικά.
Το κορίτσι σήκωσε το πιγούνι, με τα ανοιχτόξανθα μαλλιά της να πέφτουν στην πλάτη της σαν κουρτίνα.
“Ήμουν έτοιμη από πάντα”.

Η άρρωστη μητέρα τους, στέλνει τον Φιον Μπόιλ και την αδερφή του, Τάρα, σε ένα μοναχικό νησί στα βορειοδυτικά ανοιχτά της Ιρλανδίας, όπου θα μείνουν στον παππού τους, θυελοφύλλακα του μέρους. Ο Φιον Μπόιλ πηγαίνει για πρώτη φορά στο νησί Άρανμορ. Το κοιμισμένο νησί αρχίζει να αναδεύεται από κάτω του μόλις πατάει το πόδι του στις ακτές του, ένα παράξενο σκοτάδι περίμενε την δική του άφιξη για να αρχίσει να ενεργοποιείται. Γιατί ο Φιον δεν ήξερε, δεν είχε ξαναπάει εκεί. Το νησί όμως ήξερε.

Το νησί δεν φαίνεται αρχικά να ικανοποιεί τις προσδοκίες του Φιον. Αποπνέει παντού μια αίσθηση ιστορία, τυλιγμένο με μυστήρια, μαγεία κρυμμένη παντού, μύθους και παράξενα στοιχεία. Βαθιά κάτω από τη γη, κάποιος φαίνεται όμως πως περίμενε πολύ καιρό τον Φιον.

Καθώς μια φορά σε κάθε γενιά, το Άρανμορ διαλέγει έναν νέο Θυελλοφύλακα για να κρατήσει μυστικά, αναμνήσεις και μαγείες του νησιού ασφαλή από τους εχθρούς και τώρα είναι η ώρα να αναλάβει ο νέος θυελλοφύλακας, μια σκοτεινή δύναμη που επιδιώκει να αναζωπυρώσει έναν αρχαίο πόλεμο ξυπνά, ενώ μαίνειται η μάχη για την ανάδειξη του επόμενου Θυελλοφύλακα… Ο Φιον θα πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει τους δικούς του φόβους, να αγνοήσει τους κινδύνους και να προστατεύσει τους ανθρώπους που αγαπά. Και θα το κάνει αλλά… με τι κόστος;

Έχοντας ένα πλούσιο οπλοστάσιο προσωπικών βιωμάτων και την Ιρλανδική και ευρύτερη Κέλτικη μυθολογία να την τροφοδοτούν με το βάθος και τη γοητεία τους, η Ιρλανδέζα Κάθριν Ντόιλ ξεκινά με φόρα μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά φαντασίας που πατάει (και με διακειμενικές αναφορές ενίοτε) στον Άρχοντα των δαχτυλιδιών, τον κόσμο της μαγείας του Χάρι Πότερ, τα Χρονικά της Νάρνια του Κλάιβ Στέιπλς ή την Χρυσή Πυξίδα του Φίλιπ Πούλμαν, συνθέτονας όμως ένα καινούριο, πολύ δικό της υλικό. Μια περιπέτεια θάρρους, προσωπικής αντοχής, μια ιστορία αναμέτρησης με τους φόβους και ανάταξης των εσωτερικών αξιών.

Για τους προεφήβους και πρωτοεφήβους, οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ θα είναι ένα απολύτως ελκυστικό σύμπαν, ενώ ο λυρικός τρόπος γραφής, τα σποραδικά ποιητικά στοιχεία, το χιούμορ και το μυστήριο που τροφοδοτείται συχνά, κρατούν το ενδιαφέρον ακόμα και αναγνωστών που έχουν δευτερεύουσα σχέση με αυτό το είδος λογοτεχνίας.

Ένα βιβλίο που σε κερδίζει πραγματικά σελίδα τη σελίδα. Μετράει 16 γλώσσες μετάφρασης. Στο χώρο του φανταστικού, αν συνεχίσει έτσι, θα κατακτήσει μια αξιομνημόνευτη θέση.

Στη σελίδα των εκδόσεων Μεταίχμιο, η συγγραφέας αποκαλύπτει:

Αγαπητέ αναγνώστη,
Το νησί του Άρανμορ είναι η αρχή της ιστορίας του Φιον Μπόιλ, όπως ήταν και της δικής μου. Τοποθετημένο μερικά μίλια έξω απ’ τις βορειοδυτικές ακτές της Ιρλανδίας, με έναν κάποτε ακμάζοντα πληθυσμό, που όμως πλέον έχει πέσει στα πεντακόσια άτομα, ήταν σ’ αυτό το πανέμορφο, μισοξεχασμένο μέρος όπου ο παππούς και η γιαγιά μου απ’ την πλευρά της μητέρας μου γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και τελικά ερωτεύτηκαν.
Όταν ο παππούς μου, ο καπετάνιος Τσαρλς Μπόιλ, άφησε το Άρανμορ ως νεαρός, πήρε ένα κομμάτι του μαζί του. Θυμάμαι να σκύβω πάνω απ’ την κουπαστή του σκάφους του για να χαζέψω τα ζαφειρένια νερά του Κόλπου Γκάλγουεϊ, θυμάμαι να μου κάνει δώρο ένα ασπροκόκκινο καλάμι ψαρέματος για τα τέταρτα γενέθλιά μου και ολόκληρα απογεύματα να δένω ναυτικούς κόμπους στα μπλε του σκοινιά, ακούγοντας ιστορίες γι’ αυτό το άγριο, ανήσυχο νησί.
Ο παππούς μου μπορούσε να προβλέψει τον καιρό από τα παράξενα όργανα που κρέμονταν στον τοίχο της κουζίνας, μπορούσε να διαβάσει τις καταιγίδες σαν ανοιχτό βιβλίο και να πιάσει ένα ψάρι προτού προλάβω να δέσω τα κορδόνια μου. Κρατούσε ημερολόγιο καταστρώματος για πολύ καιρό αφότου αποσύρθηκε, αρχίζοντας κάθε μέρα με την περιγραφή του καιρού και προσθέτοντας λεπτομέρειες της οικογενειακής ζωής, όλα τα καμώματα των εγγονιών του καθώς μπαινοβγαίναμε στο σπίτι του με το καπέλο του καπετάνιου στα κεφάλια μας· χτυπούσε ελαφρά το βαρόμετρο για να κάνει τις καταιγίδες να φανερωθούν και κρατούσε γερά το πηδάλιο που κρεμόταν στο χολ. Ακόμα κι όταν ήμασταν στη στεριά, ήταν σαν να είμαστε στ’ ανοιχτά – ναύτες σ’ ένα μαγεμένο καράβι, με τον δικό μας καπετάνιο να χαράζει πορεία για το Άρανμορ.
Πέρσι, σε μια επίσκεψη στο νησί, ένιωσα τις απαρχές μιας ιστορίας ν’ αναδεύονται μέσα μου. Ήθελα να γράψω για περιπέτεια. Ήθελα να γράψω για μαγεία. Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήθελα να γράψω για έναν πολύ ιδιαίτερο παππού.
Για αρκετές μέρες εξερεύνησα τα μυστικά μονοπάτια, τις στοιχειωμένες καλύβες, τον μοναχικό φάρο και τις πολύβουες παμπ και τους απόκρημνους, τρομακτικούς γκρεμούς. Τα απογεύματα γυρνούσα όλο το νησί από το ένα φλιτζάνι τσάι στο άλλο, ακούγοντας τις ιστορίες των προγόνων μου. Υπήρχε μια ιστορία συγκεκριμένα που δεν έλεγε να με αφήσει τις εβδομάδες που ακολούθησαν κι έτσι πρόσθεσα το νήμα της στην ιστορία του Φιον…
Ήταν η διάσωση του ατμόπλοιου Στόλγουικ.
Ένα παγωμένο πρωινό τον Δεκέμβριο του 1940, ένα ολλανδικό φορτηγό πλοίο ναυάγησε στ’ ανοιχτά της βορειοδυτικής ακτής της Ιρλανδίας. Όταν όλες οι άλλες απόπειρες διάσωσης απέτυχαν, κι αφού δέκα μέλη του πληρώματος είχαν ήδη χαθεί στα παγωμένα νερά, μια απέλπιδα κλήση εστάλη στον μικρό διασωστικό ναύσταθμο του Άρανμορ. Το πλήρωμα, που αποτελούνταν αποκλειστικά από εθελοντές, και η ξύλινη σωστική τους λέμβος ήταν απροετοίμαστοι για ένα τέτοιο κολοσσιαίο εγχείρημα. Ήξεραν πως, αν έβγαιναν σ’ εκείνη την καταιγίδα, ήταν σχεδόν βέβαιο πως δε θα γυρνούσαν πίσω.
Εννιά άντρες κλήθηκαν και τελικά εννιά άντρες πήγαν – ανάμεσά τους και ο προπάππους μου, ο Φιλ Μπόιλ. Ο παππούς μου, δώδεκα χρονών τότε, παρακολούθησε το πλήρωμα να βγαίνει απ’ το λιμάνι στις εξίμισι το πρωί, πιστεύοντας πως δε θα ξαναγυρνούσαν ποτέ. Καβάλησαν το πρώτο κύμα και τους καβάλησε το επόμενο, κι ύστερα τους κατάπιε η καταιγίδα.
Για μία ολόκληρη μέρα οι γυναίκες του νησιού πήγαιναν πάνω κάτω στην ακτή ντυμένες στα μαύρα, κλαίγοντας για τους χαμένους τους συζύγους και γιους και αδελφούς. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα το πλήρωμα επέστρεψε στο λιμάνι, αφότου είχε αποβιβάσει δεκαοκτώ Ολλανδούς ναύτες στην ενδοχώρα – οι επιζώντες του Στόλγουικ, στριμωγμένοι ώμο με ώμο σε μια βάρκα που ίσα που άντεχε το βάρος τους. Αργότερα η ολλανδική Βασιλική Ένωση Διάσωσης και η βασίλισσα Βιλελμίνη της Ολλανδίας απένειμαν μετάλλια τιμής στα εννιά μέλη του πληρώματος, χαραγμένα με το ρητό Ας μη με καταπίη ο βυθός.
Ακολουθώντας τα βήματα των προγόνων του, ο Φιον ζει από πρώτο χέρι την ακατανόητη δύναμη της φύσης. Αλλά οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ μιλάνε τόσο για τις καταιγίδες που μαίνονται μέσα μας όσο και γι’ αυτές που φέρνει ο άνεμος απ’ τον Ατλαντικό.
Όχι πολύ καιρό πριν, ο παππούς μου διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ. Τα τελευταία δυο χρόνια προσπαθώ να δια­χειριστώ αυτό τον δύσκολο, μακρύ αποχαιρετισμό, μαθαίνοντας να συμφιλιώνω τον άνθρωπο που αγαπώ με αυτή την εκδοχή του που χάνεται σιγά σιγά.
Ο Φιον αντιμετωπίζει την ίδια πρόκληση: τη μάχη τού να βλέπει τον παππού του ως κάποιον που ζει με τη νόσο του Αλτσχάιμερ αλλά που δεν απαξιώνεται απ’ αυτήν. Έναν άνθρωπο που είναι ακόμη το σύνολο των εμπειριών του παρά την αδυναμία του να τις ανακαλέσει. Αν ο Μαλαχίας Μπόιλ δεν μπορεί να θυμάται τις περιπέτειές του, τότε ο Φιον πρέπει να τις θυμάται για χάρη του. Μαθαίνει, όπως μαθαίνω κι εγώ, ότι, παρά το εφήμερο των αναμνήσεων, η αγάπη δεν ξεριζώνεται τόσο εύκολα απ’ τους ανέμους του χρόνου.
Σήμερα το ημερολόγιο του παππού μου είναι πολύ δια­φορετικό. Οι καταχωρίσεις είναι πιο σύντομες – αντί για τον καιρό καταγράφει τις συνθήκες του μυαλού του, τις κακές μέρες και τις καλές μέρες. Συχνά ξεχνάει ολωσδιό­λου να γράψει. Το βαρόμετρο κρέμεται ακόμη στον τοίχο. Μερικές φορές μού λέει για επερχόμενες καταιγίδες. Ακόμα και τώρα έχει πάντα δίκιο στις προβλέψεις του, πιάνει ακόμη τον σφυγμό του ωκεανού. Του λέω τις ιστορίες που μου έλεγε μικρή – ιστορίες για περιπέτειες στη θάλασσα, για ένα ολλανδικό φορτηγό πλοίο ναυαγισμένο στη μέση του παγωμένου ωκεανού, για ένα μικρό νησί που επιπλέει όχι πολύ μακριά αποδώ. Μερικές φορές θυμάται. Μερικές φορές τα μάτια του φωτίζονται και τα χείλη του ανασηκώνονται σ’ ένα χαμόγελο. Εκείνες τις στιγμές το γηροκομείο είναι ένα καράβι, και βάζουμε ρότα για το Άρανμορ. Για το σπίτι.
Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ είναι μια ιστορία περιπέτειας και θάρρους, αρχαίας μαγείας και πανίσχυρων δυνάμεων της φύσης. Μια ιστορία για τις καταιγίδες που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε εντός μας και για την αγάπη που είναι πάντα η άγκυρά μας, παρά τις άστατες παλίρροιες της μνήμης.
Κάθριν Ντόιλ

Βρείτε εκπαιδευτικό υλικό αξιοποίησης εδώ.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Αγόρασέ το
Τίτλος: Οι Θυελλοφύλακες του Άρανμορ
Τίτλος πρωτοτύπου: The storm keeper’s island
Συγγραφέας: Κάθριν Ντόιλ
Εικονογράφηση: Μπιλ Μπραγκ
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Απρίλιος 2019
Μετάφραση: Αλεξάνδρα Λέτσα
Προσαρμογή εξωφύλλου: Γιώργος Παναρετάκης
Διόρθωση: Δώρα Γιακουμή
Σελίδες: 304
Μέγεθος: 14 Χ 20,5
ISBN: 978-618-03-1728-2