Ο ποντικός κι η ποντικοπαγίδα

0
557

Βασισμένο σε μια όμορφη λαϊκή ιστορία.

Σε μια τρύπα ενός σπιτιού
κάπου σε μια εξοχή
ζούσε ένα ποντικάκι
νομίζω αυτήν την εποχή.

Από τη μικρή τρυπούλα
του σπιτιού του του μικρού
είδε κάποτε μια μέρα
με τα μάτια ποντικού

Τη γυναίκα του σπιτιού
να ανοίγει ένα πακέτο
να είχε τίποτα εκεί μέσα
ή να ήταν σκέτο!

Μήπως να ‘χει λιχουδιές
μήπως γκούντα, μήπως φέτα;
Λες να ‘χει κασέρι
ή μια τυροκροκέτα;

Μα όταν άνοιξε το πακέτο
και το μάτι του είχε γίνει γαρίδα
δε φαντάζεστε πως ένιωσε
όταν είδε πως μέσα είχε μια ποντικοπαγίδα

Τρέχει γοργά στον αχυρώνα
το νέο να ανακοινώσει:
“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Κι η κότα όπως τ’ άκουσε
ξύστηκε και πετάρισε
και ύστερα κακάρισε

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Όμως για εσένα εγώ
αμέσως τώρα θα προσευχηθώ
να γλιτώσεις, να σωθείς
κι όμορφα να κοιμηθείς!”

Αχ κανένας δε με νιώθει
και δε με συμπονά
τι να κάνω να σωθώ
μόνο να προσευχηθώ;

Είδε όμως το γουρούνι
κι είπε να του πει δυο λόγια!

“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Και το γουρούνι όπως τ’ άκουσε
ξύστηκε και γουρούνισε
και ύστερα του απάντησε:

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Όμως για εσένα εγώ
αμέσως τώρα θα προσευχηθώ
να γλιτώσεις, να σωθείς
κι όμορφα να κοιμηθείς!”

Αχ κανένας δε με νιώθει
και δε με συμπονά
τι να κάνω να σωθώ
μόνο να προσευχηθώ;

Είδε όμως και το βόδι
κι είπε να του πει δυο λόγια!

“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Και το βόδι όπως τ’ άκουσε
έσκουξε και βοιδογύρισε
και ύστερα του μίλησε:

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Κι ο καημένος ποντικός
δίχως να μπορεί να κάνει αλλιώς
έφυγε στεναχωρημένος
περίλυπος, σχεδόν κλαμένος.

“Μόνος πρέπει να τα καταφέρω
αχ, πόσο πολύ υποφέρω!”

Και ήρθε η νύχτα η πρώτη
και ξύπνησε η γυναίκα του αγρότη
σαν άκουσε ένα θόρυβο μεγάλο
και σκέφτηκε “θα έπιασα ποντικό μεγάλο”

“Όμως στην ποντικοπαγίδα
κανέναν ποντικό δεν είδα
μα ένα φίδι φοβισμένο
που με δάγκωσε χωρίς να το περιμένω”

Αρρώστησε η γυναίκα, έκανε πυρετό
κι ο άντρας της πήγε να φωνάξει το γιατρό!
Κι εκείνος τον συμβούλεψε:

“Φτιάξε τις να φάει ζεστές σουπίτσες
να ξεκουράζεται κι όχι να κάνει βολτίτσες

Και τότε ο άντρας της γυναίκας
έσφαξε την κότα

Η γυναίκα όμως πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες
ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν.
Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα
8-ωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει
το γουρούνι.
Τελικά όμως η γυναίκα δε γλύτωσε! Πέθανε!

Στην κηδεία της, ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και
την αγαπούσαν όλοι.
Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι.

Ο κυρ-Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν’ έλα από την τρυπούλα
του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη…
Είχε προειδοποιήσει αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία…

Βασισμένο σε μια όμορφη λαϊκή ιστορία.

Σε μια τρύπα ενός σπιτιού
κάπου σε μια εξοχή
ζούσε ένα ποντικάκι
νομίζω αυτήν την εποχή.

Από τη μικρή τρυπούλα
του σπιτιού του του μικρού
είδε κάποτε μια μέρα
με τα μάτια ποντικού

Τη γυναίκα του σπιτιού
να ανοίγει ένα πακέτο
να είχε τίποτα εκεί μέσα
ή να ήταν σκέτο!

Μήπως να ‘χει λιχουδιές
μήπως γκούντα, μήπως φέτα;
Λες να ‘χει κασέρι
ή μια τυροκροκέτα;

Μα όταν άνοιξε το πακέτο
και το μάτι του είχε γίνει γαρίδα
δε φαντάζεστε πως ένιωσε
όταν είδε πως μέσα είχε μια ποντικοπαγίδα

Τρέχει γοργά στον αχυρώνα
το νέο να ανακοινώσει:
“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Κι η κότα όπως τ’ άκουσε
ξύστηκε και πετάρισε
και ύστερα κακάρισε

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Όμως για εσένα εγώ
αμέσως τώρα θα προσευχηθώ
να γλιτώσεις, να σωθείς
κι όμορφα να κοιμηθείς!”

Αχ κανένας δε με νιώθει
και δε με συμπονά
τι να κάνω να σωθώ
μόνο να προσευχηθώ;

Είδε όμως το γουρούνι
κι είπε να του πει δυο λόγια!

“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Και το γουρούνι όπως τ’ άκουσε
ξύστηκε και γουρούνισε
και ύστερα του απάντησε:

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Όμως για εσένα εγώ
αμέσως τώρα θα προσευχηθώ
να γλιτώσεις, να σωθείς
κι όμορφα να κοιμηθείς!”

Αχ κανένας δε με νιώθει
και δε με συμπονά
τι να κάνω να σωθώ
μόνο να προσευχηθώ;

Είδε όμως και το βόδι
κι είπε να του πει δυο λόγια!

“μια ποντικοπαγίδα μες το σπίτι
αχ, βοηθήστε με σας παρακαλώ
θα με πιάσει απ’ τη μύτη
κι άδικα θα σκοτωθώ”.

Και το βόδι όπως τ’ άκουσε
έσκουξε και βοιδογύρισε
και ύστερα του μίλησε:

“Το πρόβλημά σου καταλαβαίνω
αλλά εμένα τι με νοιάζει;
Καθόλου δε με ενοχλεί
μια ποντικοπαγίδα κι ας ήταν στην αυλή!

Κι ο καημένος ποντικός
δίχως να μπορεί να κάνει αλλιώς
έφυγε στεναχωρημένος
περίλυπος, σχεδόν κλαμένος.

“Μόνος πρέπει να τα καταφέρω
αχ, πόσο πολύ υποφέρω!”

Και ήρθε η νύχτα η πρώτη
και ξύπνησε η γυναίκα του αγρότη
σαν άκουσε ένα θόρυβο μεγάλο
και σκέφτηκε “θα έπιασα ποντικό μεγάλο”

“Όμως στην ποντικοπαγίδα
κανέναν ποντικό δεν είδα
μα ένα φίδι φοβισμένο
που με δάγκωσε χωρίς να το περιμένω”

Αρρώστησε η γυναίκα, έκανε πυρετό
κι ο άντρας της πήγε να φωνάξει το γιατρό!
Κι εκείνος τον συμβούλεψε:

“Φτιάξε τις να φάει ζεστές σουπίτσες
να ξεκουράζεται κι όχι να κάνει βολτίτσες

Και τότε ο άντρας της γυναίκας
έσφαξε την κότα

Τη συνέχεια μπορείτε ίσως να τη μαντέψετε:
Η γυναίκα δε βελτιώθηκε κι από το κακό στο χειρότερο πήγαινε. Οι γείτονες, που πολύ την αγαπούσαν, ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Για να τους ταΐσει όλους ο ευγενικός αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι.
Τελικά η γυναίκα πέθανε. Στην κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι.

Ο ποντικός όλα τα είχε δει από την τρυπούλα του και ήταν τόσο θλιμμένος με την τύχη των ζώων. 
Όμως αυτός είχε προειδοποιήσει και κανείς δεν του έδωσε σημασία.