Παιδικά βιβλία για το χειμώνα

0
1703

Ο χειμώνας είν’ αγόρι
Μ’ ένα αδέξιο πανωφόρι
Που γυρνάει τις νύχτες και μεθάει

Ανταμώνει τις νυφάδες
Στων σπιτιών τις χαραμάδες
Ξενιτεύεται μεσ’ τα φιλιά

Τις νυφάδες ξελογιάζει
Στο χορό τις δοκιμάζει
Ψάχνει εκείνη ήλιο που έχει
Τον Απρίλη που ν’ αντέχει

Ο χειμώνας είναι αγόρι
Θέλει τη λευκή τη κόρη
Το γοβάκι να ταιριάξει
Τη χιονάτη του ν’ αρπάξει

Ο χειμώνας ψάχνει φίλη
Μα φοβάται τον Απρίλη
Και ζητάει απ’ τις νεράιδες
Να του βρουν κι άλλες νυφάδες

Μην του λέτε για αγάπη
Μόνο ψάξτε τη χιονάτη
Που ’χει τατουάζ στην πλάτη
Έναν ήλιο για προστάτη

Μη μιλάτε του χειμώνα
Μόνο βρειτε του κρυψώνα
Η νιφάδα του θα λιώσει
Λίγο πριν να ξημερώσει

Μη μιλάτε του χειμώνα
(Απόστολος Μπουλασίκης)
Ακούστε το εδώ από το Βασίλη Παπακωνσταντίνου

Στα Παιδικά Βιβλία, τα Pictured Books, ο χειμώνας είναι πολλά πράγματα. Συνήθως είναι το εμφανές ή κρυφό φόντο μιας ιστορίας. Που τη φωτίζει με το χιόνι του. Που τη φυσάει με τους ανέμους του. Που την παγώνει με το ψύχος του. Ο χειμώνας είναι μια μαγικά όμορφη εποχή. Η φύση μαραζώνει, αποσυντίθεται. Οι άνθρωποι μαζεύονται, κλείνονται για λίγο μέχρι να έρθει ξανά το άνοιγμα της φύσης και των ψυχών.

Ο μέγιστος Δημήτρης Λιαντίνης (αναφερόμενος στην τάση των ανθρώπων για αέναη γιορτή) στη Γκέμμα έγραφε: "Η αιτία είναι ότι οι άνθρωποι ζητούν μονόπαντα την αιώνια άνοιξη και την αιώνια γιορτή. Και ολοχρονικίς λησμονούν, που στο σχέδιο είναι τυπωμένο να θητεύει κανείς και στο χειμώνα, και να ζεύεται το ζυγό τις εργάσιμες μέρες. Τα όντα τα γεννάει το άπειρο, και χρεωστούν να ξαναγυρίσουν στη φθορά, σύμφωνα με το νόμο της Ανάγκης, κατά το στοχασμό του Αναξίμανδρου. Πίσω από κάθε χαρά μας περιμένει ανεξιλέωτη μια ισόποση λύπη. Αλλιώτικα είναι θρασίμι το βίωμα. Και κλούβιο το πράμα."

Πρέπει να θητεύσουμε στο χειμώνα. Στο μάζεμα. Ίσως και στη λύπη του.

Οκτώ από τα ομορφότερα βιβλία (κάποια σίγουρα είναι αξεπέραστα) που έχουν το χειμώνα μέσα τους είναι τα παρακάτω (πατώντας τον τίτλο του παραμυθιού μπορείτε να διαβάσετε όλη την παρουσίασή του):

1.

Μαζί θα περάσουμε το χειμώνα”, είπε το έλατο
Συγγραφέας: Μάνος Κοντολέων
Εικονογράφηση: Μαρίνα Μαρκολίν
Εκδόσεις: Πατάκη, Οκτώβριος 2004

Ναι! Το καλοκαίρι είχε πια τελειώσει! Το έβλεπες παντού: στα πρώτα κυκλάμινα στις πλαγιές των βουνών, στα χρυσάνθεμα στις αυλές των σπιτιών, στο παγωμένο αεράκι της νύχτας. Το φθινόπωρο είχε έρθει και τας πουλιά έπρεπε σιγά σιγά να ξεκινήσουν το γνωστό, μεγάλο ταξίδι τους για τις χώρες του νότου. Έτσι κι έγινε λοιπόν. Έφυγαν όλα τα πουλιά. Όλα εκτός από μερικά, λίγα, που είτε τραυματισμένα, είτε αφηρημένα έχασαν αυτό το μεγάλο ταξίδι των πουλιών προς το νότο.

Τα ξεχασμένα πουλιά, μικρά το δέμας όλα τους μα και πολύχρωμα, μαζεύτηκαν να το συζητήσουν το θέμα. Τι θα έκαναν όταν θα ερχόταν το κρύο και το χιόνι; Είδαν μια πλαγιά. Παρακάλεσαν μια ακακία να τα αφήσει να κουρνιάσουν στα κλαριά της. Μάταια! Η ακακία αποδείχθηκε άσπλαχνη και όχι τόσο…ακακία.
Κι ύστερα παρακάλεσαν ένα πλατάνι. Κι αργότερα μια καστανιά. Είχαν κι αυτά τα δέντρα μια καλή δικαιολογία για να αποφύγουν τα “ενοχλητικά” πουλιά.
Όμως να…! Στην κορυφή ενός βουνού, κάποιος τους συμπόνεσε. Ήταν ένα έλατο, ένα έλατο που τα δέχτηκε με χαρά να κουρνιάσουν στα φύλλα και τα κλαριά του.
Κι όταν ήρθε ο χειμώνας, με το χιόνι και την παγωνιά του, με τα εκατοντάδες πεσμένα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων που κοιτούσαν τώρα το γυμνό κορμό τους, τα χρωματιστά πουλιά, τα υπέροχα αυτά πουλιά είχαν βρει ένα θαυμάσιο καταφύγιο να ξεχειμωνιάσουν αλλά και να επιβραβεύσουν με έναν ξεχωριστό τρόπο το φιλόξενο, καταδεκτικό και διαφορετικό έλατο που τα κράτησε όλο το χειμώνα κοντά του.

2.

Το γάντι
Παραδοσιακό Ουκρανικό Παραμύθι
Εικονογράφηση: Evgenii Rachev

Μια μέρα, ένας ηλικιωμένος κύριος περπατούσε στο χιονισμένο δάσος με το σκύλο του. Δίχως να το καταλάβει του έπεσε από την τσέπη το ένα του γάντι. Ήταν ένα χειροποίητο, πέτσινο γάντι, με κόκκινη φόδρα, από εκείνα που το χέρι έμπαινε ολόκληρο μέσα κι όχι δάχτυλο δάχτυλο. Μα δεν το ‘δε κι ο σκύλος του που είχε το μυαλό του στις δεκάδες μυρωδιές του χιονιού. Αυτοί συνέχισαν ανέμελοι τον περίπατό τους στο δάσος και το γάντι έμεινε πίσω, πεσμένο κατάχαμα στο αφράτο χιόνι.

Ένα ποντικάκι, τόσο δα ήταν, πέρασε από εκεί κι είδε το γάντι μπροστά του. Το τριγύρισε από εδώ, το κοίταξε από εκεί. “Άδειο πρέπει να είναι”, σκέφτηκε και τσουπ….τρύπωσε στο όμορφο και ζεστό γάντι που πράγματι ήταν αδειανό. Το κρύο ήταν τσουχτερό έξω, δε γινόταν να αντέξεις δίχως μια φωλίτσα να κρυφτείς.

“Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε το ποντικάκι. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και ζάρωσε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.

Λίγο αργότερα χοροπηδώντας κατέφτασε εκεί γύρω ένας βάτραχος, πράσινος πράσινος που αν δεν έβρισκε γρήγορα κάπου να ζεσταθεί θα γινότανε μπλε μπλε! Κοντοστάθηκε έξω από το γάντι.

-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.

-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα. Εσύ ποιος είσαι;

-Είμαι Βάτραχος ο Χίπιχοπης ο Χοροπηδηχτός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.

-Έντάξει, έλα!, του είπε δίχως να το σκεφτεί το ποντίκι και μέσα στο γάντι έγιναν δύο τα ζώα.

Η έγνοια κάνει τη δουλειά κι η ξεγνοιασιά τον ύπνο και το χειμώνα το βαρύ κανέναν μην αφήνει ξύπνιο! Στριμώχτηκαν όπως όπως και προσπάθησαν να χαλαρώσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο βάτραχος. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και πήδηξε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.

Λίγο μετά, χραπ χρουπ πάνω στο χιόνι, να σου κι ο λαγός με γρήγορες κινήσεις και αυτιά μεγαλύτερα από το σώμα του.

-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.

-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα κι ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός. Εσύ ποιος είσαι;

-Είμαι ο λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.

-Έντάξει, έλα!, του είπαν με μια φωνή η ποντικίνα κι ο βάτραχος.

Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν τρία και στριμώχτηκαν λίγο παραπάνω για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο λαγός. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι τρεις μαζί κι άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με αεροπλανάκι.

Διαβάστε το όλο εδώ.

3.

Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει
Συγγραφέας: Γιάννης Πλαχούρης
Εικονογράφηση: Ειρήνη Καραλέκα
Εκδόσεις: Άγκυρα

Στο παραμύθι του Γιάννη Πλαχούρη “Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει” οι εναλλαγές των εποχών και κυρίως το φθινόπωρο και κατόπιν ο χειμώνας αποτελούν ουσιαστικά το φόντο, το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης. Ο πυρήνας του παραμυθιού βρίσκεται σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις-αξίες ζωής: η ζωή είναι όμορφη, δεν είναι ανάγκη να ακολουθούμε πάντα τις επιλογές των πολλών αν εμείς θέλουμε πολύ κάτι άλλο το οποίο μάλιστα δεν ενοχλεί κανέναν, η δύναμη και υποστήριξη της προσωπικής επιλογής θέλουν απόφαση και συγκέντρωση στο στόχο, αξίζει να “θυσιάσεις” αυτό το δυνατό σου θέλω μόνο για να σώσεις κάτι πιο πολύτιμο από εσένα, η φθορά σε ανούσιες συζητήσεις κατασπαταλά πολύτιμη ενέργεια και στερείσαι την απόλαυση άλλων ομορφιών της ζωής.

Το ξεχωριστό παραμύθι “Το φύλλο δεν ήθελε να πέσει” βρίθει συναισθημάτων και θεμάτων για συζήτηση με τα παιδιά. Το φύλλο, αυτό το φύλλο που όσο κυλά το παραμύθι συμπαθείς όλο και περισσότερο, στέκει μόνο του αρνούμενο να παραδοθεί στην καθολική επιλογή της πτώσης. Δέχεται πόλεμο και κοροϊδίες. Κλείνει τα αυτιά του σε κάθε προτροπή που το καλεί να συμμορφωθεί με τα καθιερωμένα, να πράξει όπως όλοι. Μάλιστα στην προσπάθεια του να τα καταφέρει (και τα καταφέρνει για πολύ μεγάλο διάστημα) σκέφτεται και εντοπίζει τρόπους και τεχνικές να παραμείνει δυνατό και προσηλωμένο στο στόχο του. Οι τσακωμοί, οι προστριβές, η ανάλωση σε περιττές κουβέντες το φθείρουν. Το καταλαβαίνει γρήγορα και αποσύρεται από όλη αυτή τη φαρσοκωμωδία για να επικεντρωθεί στις ομορφιές της ζωής που βλέπει γύρω του, ομορφιές που σχεδόν κανένα άλλο φύλλο στον κόσμο δεν κατάφερε να δει τέτοια εποχή.

4.

Το χειμωνόσπιτο
Βιβλίο με cd

Συγγραφέας: Δημήτρης Κάσσαρης
Εικονογράφηση: Βασίλης Παπατσαρούχας
Μουσική-Ενορχήστρωση: Νίκος Ξανθούλης
Στίχοι: Δημήτρης Κάσσαρης
Παίζουν οι μουσικοί: Ντόριαν Ιντρίζι, Μαριβίτα Γραμματικάκη, Μαρίνα Κολοβού, Βικτόρια Κιαζίμη, Νίκος Κατριτζιδάκης, Μαριανίκη Ξανθούλη
Εκδόσεις: Καλέντης

Ένα απόγευμα του 21ου αιώνα, σε κάποια γωνιά της γης, είχε βρέξει. Κράτησε πολύ η βροχή. Κι όταν βγήκε το ουράνιο τόξο και τυλίχτηκε σαν περιδέραιο στο λαιμό της γης, ολόγυρα από το Χειμωνόσπιτο, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα τιτιβίζοντας. Την άλλη μέρα αέρας δυνατός λύγιζε τα δέντρα. Το Χειμωνόσπιτο έβαλε το παλτό του κι άναψε την πίπα του. Τότε, φάνηκε από μακριά ο Μεσημεράκης καβάλα σε ένα κόκκινο ποδήλατο κουδουνίζοντας το Ντο- ρε- μι του. Ο Μεσημεράκης μπήκε στο Χειμωνόσπιτο και ετοίμασε το τραπέζι των 100 θυγατέρων του Ήλιου στα 100 ηλιοσερβίτσια. Τότε, ο πατέρας Ήλιος άνοιξε τη χούφτα του κι έπεσαν στη γη οι εκατό θυγατέρες του. Από τη Λάμπρια και τη Μελιώ μέχρι την Εφάνη και την Πηγιώ. Και τότε φάνηκε…Ένας ιπτάμενος ηλεκτρονικός υπολογιστής άνοιξε έξω από το Χειμωνόσπιτο την πόρτα του και από μέσα βγήκε ο Ήτα- Ύψιλον. Ήταν βιαστικός, αλαζόνας, θυμίζοντας νεόπλουτο επιχειρηματία. Όταν αντίκρισε τις ηλιαχτίδες στο Χειμωνόσπιτο όμως, τα πράγματα ζόρισαν πολύ για εκείνον. Πετώντας χαρτονομίσματα, φωνάζοντας “είμαι ο κυρίαρχος του πλανήτη” απαίτησε να δει τον Ήλιο για να τον “εξαγοράσει” κι εκείνον όπως συνήθιζε να κάνει με όλους. Μα ήταν αργά. Ο Ήλιος έκλεινε τη χούφτα του, οι ηλιαχτίδες έφευγαν βιαστικές, το ίδιο κι ο Μεσημεράκης που κουδούνιζε το Ντο ρε μι του αποχαιρετώντας τη μέρα που έφευγε. Τότε τον διαδεχτηκε το απόγευμα-χαρταετός κι ώσπου να βραδιάσει έγινε φεγγάρι ολόγιωμο. Ήταν ολοφάνερο πια, ακόμα και στον αλαζόνα Ήτα- Ύψιλον. Σε κάποια μέρη, κανείς δεν έχει δύναμη κι εξουσία μεγαλύτερη από τον Ήλιο και τις όμορφες παραφυάδες που γεννιούνται κι ανασαίνουν στο βασίλειό του. Γιατί αυτός είναι ο ιερός τόπος του παραμυθιού όπου οι Ήτα- Ύψιλον πάντοτε θα χάνουν. Το χρόνο τους, τη λάμψη τους και το λιγοστό περιεχόμενό τους.

5.

Τίτλος: Ελιά στο πέλαγος
Συγγραφέας: Φωτεινή Φραγκούλη
Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Εκδόσεις: Πατάκη, Ιούνιος 2015
ISBN: 978-960-16-5879-7

“Ελιά στο πέλαγος” τιτλοφορείται το νέο βιβλίο της Φωτεινής Φραγκούλη. Κι είναι πράγματι μια ασημένια ελιά στο φετινό βιβλιοπέλαγος. Πρόκειται για 10 σύντομες ιστορίες που τις διαπερνά η ίδια ατμόσφαιρα ομορφιάς, νοσταλγίας, ταξιδιού και υπέρβασης. Δέκα ιστορίες που ενώ δεν είναι ηθικοδιδακτικές, καταφέρνουν με απλό τρόπο να σε διδάσκουν. Αρετές και λάθη, στιγμές και όνειρα, αγάπες και ξεπεράσματα του αναμενόμενου.

Οι δέκα ιστορίες φυτρώνουν πάνω σε ένα στρώμα από λέξεις. Το στρώμα αυτό βρίσκεται σε ένα μικρό, ολομόναχο σπίτι όπου μένει ο ποιητής των παραμυθιών. Αυτός παίρνει τις αλήθειες και τις κάνει πιο αληθινές. Αυτός είναι που κέρασε τις ιστορίες του στη συγγραφέα κι εκείνη αποφάσισε πως “ό,τι μας αρέσει να μην το κρατάμε μόνο για τον εαυτό μας, να το μοιραζόμαστε.”

Ανάμεσά τους:

“Οι χαμένες ώρες (άσκηση ορθογραφίας)”, ένα αριστουργηματικό κείμενο που πρέπει να διαβαστεί πρώτα από τους μεγάλους και κατόπιν από τους μικρότερους. Για το που πηγαίνουν και που κρύβονται οι ώρες οι χαμένες (από τα ομορφότερα δισέλιδα που διάβασα ποτέ).

“Το δώρο που άργησε”, για το κορίτσι που άργησε να λάβει το δώρο του από τον Αϊ_Βασίλη.

“Καλοκαίρι στο κεφάλι”, πανέμορφη ιστορία για ένα αγόρι που αγαπούσε το καλοκαίρι και ανυπομονούσε να το φέρει με το δικό του μαγικό τρόπο…

“Το χελιδόνι του χειμώνα”, μια ακόμα τρυφερή και καλογραμμένη ιστορία για ένα χελιδόνι που δεν ήθελε να αφήσει τον όμορφο τόπο που γεννήθηκε. Η υπέροχη υπέρβαση ενός ανθρώπου.

6.

Τίτλος: Η συντροφιά του λόφου
Συγγραφέας: Μαριάννα Κουμαριανού
Εικονογράφηση: Μαίρη Πολυδώρου
Εκδόσεις: Παρρησία

Μια φορά ήταν μια μηλιά. Ζούσε στο λόφο, σε κάποιον λόφο που δεν έχει όνομα. Σε έναν λόφο που έχει σημασία αλλά το όνομά του δεν έχει σημασία.
Μια μηλιά με πράσινα φύλλα, με κίτρινα φύλλα, με άνθη λευκά, με κόκκινα μήλα, με γυμνά κλαδιά. Είναι οι εποχές, η διαδοχή τους, που αλλάζουν ένδυμα και εμφάνιση στη μηλιά.
Τα δέντρα είναι πάντοτε όμορφα, με ή χωρίς φορεσιά, με όποιο χρώμα έχουν τα φύλλα τους, με ο,τι περιβάλλει το τοπίο που σκεπάζουν. Αλλά δε φτάνει μόνο η ομορφιά στη ζωή (και των δέντρων).

Το χειμώνα η μηλιά είχε παρέα το σφύριγμα του ανέμου που τοξοβολούσε ανάμεσα στα φύλλα, τα χορτάρια, τις χαραμάδες, τα περάσματα. Μα το ‘χε συνήθειο παντοτινό τις άνοιξες αυτός να φεύγει, να απομακρύνεται, να λιγοστεύει. Και το σφύριγμα του χάνεται μακριά μέχρι τον επόμενο χειμώνα. Κι αυτό το λες κύκλο της ζωής.

Τις άνοιξες που όλα γύρω ομορφαίνουν, η μηλιά δυστυχούσε. Ένα απόλυτο κοντράστ έξω και μέσα της. Καμιά παρέα κι η μοναξιά στο θρόνο της, κάπου πάνω στα κλαδιά της, ίσως και βαθιά στις ρίζες της. «Φώναξε κάποιον για να έχω παρέα» ζήτησε από τον άνεμο μια άνοιξη η μηλιά.

Εκείνος θα την ακούσει όπως κάνουν οι άνεμοι πάντα με τα δέντρα. Θα της στείλει διαδοχικά 5 διαφορετικές υπάρξεις: δυο καρδερίνες, μια αράχνη, μια μέλισσα, δυο παιδιά και έναν σκαντζόχοιρο.
Οι καρδερίνες θα ζητήσουν να χτίσουν τη φωλιά τους, η αράχνη να υφάνει τον ιστό της, η μέλισσα να πάρει τη γλύκα των ανθών της, τα παιδιά να ξεκουραστούν στον ίσκιο της, ο σκαντζόχοιρος να κοιμηθεί κοντά της το χειμωνιάτικό του ύπνο.

Η μηλιά θα τους καλοδεχτεί όλους. Θα τους προσφέρει τα κλαδιά της, τα λουλούδια της, τους καρπούς της, τον κορμό της. Κάθε κομμάτι της, κάθε μέτρο του σώματός της, θα γίνει φιλοξενία και χαρά για τους επισκέπτες του λόφου. Όλοι θα βρουν στη μηλιά του λόφου αυτό που τους λείπει, αυτό που ζητούν. Στήριγμα, σπίτι, φαγητό, ξαπόσταση.

Η μηλιά δε θα αρνηθεί ποτέ. Η μηλιά είναι η αγάπη. Νιώθει μόνη όταν κανείς δεν είναι κοντά της. Όταν έρθει, όποιος και να ‘ρθει, δίνει πάντα το καλύτερο που έχει.

Κάπως έτσι λειτουργεί και ο αόρατος κι άφατος μηχανισμός της αγάπης. Έχεις μόνο να πας κοντά της, έστω με βοήθεια, έστω μ’ ένα σφύριγμα του ανέμου.

7.

Λιγουλάκι χειμώνας
Συγγραφέας: Πωλ Στιούαρτ (Paul Stewart)
Εικονογράφηση: Κρις Ρίντελ (Chris Riddell)
Απόδοση: Ρένα Ρώσση-Ζαϊρη
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, 2000

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!

Ο σκαντζόχοιρος κι ο λαγός, δυο φίλοι. Κι έρχεται χειμώνας. Κι ο σκαντζόχοιρος αποχαιρετά το φίλο του. Δεν πάει ταξίδι. Πάει για ύπνο. Για εκείνον τον αναγκαίο ύπνο που υπαγορεύει η φύση του. “Δε θα σου λείψω;”, τον ρωτά ο λαγός. “Όταν κοιμάμαι δε μου λείπουν οι φίλοι μου”, του απαντά ρεαλιστικά ο σκαντζόχοιρος. Μα πριν βουτήξει στη φωλιά του και τη ζέστη της, του παραγγέλνει: “Θέλω μόνο να μου κρατήσεις λιγουλάκι χειμώνα. Να δω με τι μοιάζει”.

Ο λαγός ζει τον παγωμένο χειμώνα. Τρέφεται με ο,τι μπορεί. Και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, καταφέρνει να μαζέψει…λιγουλάκι χειμώνα για το φίλο του. Κι όταν εκείνος ξυπνήσει και ανταμώσουν, θα του το δώσει, αυτό το κομμάτι, το λιγουλάκι από το χειμώνα που του κράτησε. Κι ο σκαντζόχοιρος θα μάθει επιτέλους πως περίπου είναι εκείνος ο χειμώνας που πάντα τον κοιμάται!

Αριστούργημα! Το “Λιγουλάκι χειμώνας” του Πωλ Στιούαρτ είναι ένας ύμνος στη φιλία. Κι αυτό είναι το προφανές. Ακόμα πιο ενδιαφέρον το κάνει το παρασκήνιο του. Ο χειμώνας και ο “αναγκαστικός” ύπνος του σκαντζόχοιρου. Θα αναρωτηθούμε για πολλά διαβάζοντάς το. Πώς μυρίζει ο χειμώνας; Με τι μοιάζει;  Γιατί κάποια ζώα κοιμούνται το χειμώνα; Τι είναι χειμερία νάρκη;

Με λόγια απλά και δυο τρεις εκφράσεις που μόνο σε ποιητή συναντάς, το “Λιγουλάκι χειμώνας” σε καθηλώνει. Ανοίγει δρόμους στην παιδική φαντασία και όμορφους προβληματισμούς για νέες ενασχολήσεις. Κι αυτή η απροσδόκητη, κρυμμένη ποίησή του. Αχ, αυτά τα παραμύθια που το κατορθώνουν, πόσα λίγα!

8.

Τίτλος: Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας
Συγγραφέας: Χρήστος Μπουλώτης
Εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη
Εκδόσεις: Polaris, 2011

Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα ελληνικά παραμύθια που γράφτηκαν ποτέ. Μια εξαιρετική, υπέροχα ειπωμένη, ιστορία που δεν αφήνει κανέναν αμέτοχο, ασυγκίνητο, αδιάφορο. Οι πιο μικροί αναγνώστες-ακροατές αποσβολώνονται στην αφήγησή του. Οι μεγάλοι πελαγίζουν σε μια από τις όμορφες αγάπες που είδαν ποτέ τα μάτια τους.

Στο μεγάλο λιβάδι ζούσε μια ψηλόλιγνη λεύκα. Θαυμαστή για την κορμοστασιά και τη λυγεράδα της μα δυστυχισμένη και μοναχική. Χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον για δυο κουβέντες. 
Μια φθινοπωρινή μέρα, ένα περήφανο άλογο και ο αναβάτης του κάλπασαν προς το μέρος της. Ο αγρότης έδεσε το άλογο του στον κορμό της όσο να κάνει τις δουλειές του. Κι αυτό το λες ευτυχία για μια ύπαρξη σαν τη λεύκα. 
Ακούγοντας και καταλαβαίνοντας το ένα τη γλώσσα του άλλου, άρχισαν να επικοινωνούν. Κι αυτό το λες μεγαλύτερη ευτυχία για δυο υπάρξεις σαν το άλογο και τη λεύκα. Σαν αυτό το άλογο και αυτήν τη λεύκα.
Από τη μέρα εκείνη, δεν έβλεπαν την ώρα να ξανασμίξουν κι αυτή η προσμονή του ανταμώματός τους γινόταν βασανιστική, τόσο μεγάλη όσο και η λύτρωση όταν γινόταν γεγονός.
Μα ήρθε ένα πρωί και το άλογο δε φάνηκε. Κι από εκείνο το πρωί ήρθαν πολλά και τόσα κι άλλα τόσα και έφτασε ο χειμώνας. Αποφάσεις ζωής: το άλογο έσπασε το σχοινί του και κάλπασε κοντά στη λεύκα του κι εκείνη το σκέπασε με τα φύλλα της για να μην κρυώνει. 
Αταίριαστη αγάπη, έκρινε ένα σύννεφο κακομούτσουνο και έτρεξε να το πει παντού, παλιά συνήθεια το κουτσομπολιό και ο αρνητισμός. Στόμα το στόμα, στάλα τη στάλα, λουλούδι το λουλούδι, έφτασε το νέο της αγάπης τους και στον αγρότη που αποφάσισε να πάει να φέρει πίσω το άλογο του. Κι αν στην αρχή ήταν απόλυτος και σκληρός, αμέσως ένιωσε τους παλμούς της πιο παράξενης και ξεχωριστής αγάπης να χτυπούν μέσα του. 
Η αγάπη του αλόγου και της λεύκας, δυο υπάρξεων που δεν έμοιαζαν σε πολλά αλλά έμοιαζαν σε αυτά που έπρεπε, θα κερδίσει και τα κακομούτσουνα σύννεφα και τον διαφορετικό παλμό των ανθρώπων. Κι όταν το φεγγάρι, όχι ως τζίνι, αλλά ως φεγγάρι όμορφο και παντοδύναμο, τους δίνει την ευκαιρία να αλλάξουν ο ένας τον άλλο ώστε να βιώσουν κοινές εμπειρίες, εκείνα διαλέγουν να μείνει η αγάπη τους όπως είναι. 
Ξυπνήστε άνθρωποι να δείτε την πιο ταιριαστή αγάπη σε ολόκληρη τη γη. Παράξενη; Ναι! Αταίριαστη μόνο σε αυτούς που δε θέλουν να δουν.

Συνέντευξη Μάνου Κοντολέων στο ELNIPLEX

Τα πάντα για το Μαγικό γάντι

Συνέντευξη Χρήστου Μπουλώτη στο ELNIPLEX

Συνέντευξη Φωτεινής Στεφανίδη στο ELNIPLEX

Συνέντευξη Μαριάννας Κουμαριανού στο ELNIPLEX