“Τρώμε άτσαλα τις λέξεις μας και τις πετάμε άτσαλα, τις ξερνάμε”: συνέντευξη της Σάσας Βούλγαρη

2
798

Άκουγες τη θάλασσα να σκάει το κύμα της δίπλα μας σε εκείνο το όμορφο καφέ στη Γλυφάδα. Ο ήλιος είχε αρχίσει την κάθοδο. Όταν βρεθήκαμε αρχίσαμε να μιλάμε. Μόνο που δεν είχαμε ανοίξει τα ηχογραφητήρια και κινδυνεύαμε να πούμε τα πάντα χωρίς να κρατήσουμε τίποτα καταγεγραμμένο παρά μόνο στο νου. Η Σάσα Βούλγαρη ξεχωρίζει με την απροσποίητη απλότητα και την ίδια ώρα την αριστοκρατική κομψότητα της φωνής, της παρουσίας, των λόγων της. Εδώ και 25 χρόνια έχει φέρει στο προσκήνιο και πάλι την προαιώνια μαγεία της προφορικής αφήγησης, αυτού του πανάρχαιου αυτοσχεδιαστικού τρόπου επικοινωνίας των ανθρώπινων κοινοτήτων και ταξιδεμού της γλώσσας και του πολιτισμού. Στο παραμυθο-οπλοστάσιό της διαθέτει μερικές εκατονταδες παραμύθια από την Ελλάδα και όλον τον κόσμο, λαϊκές ιστορίες, θρύλους, μυθολογικά γεγονότα και ήρωες, αρχετυπικά παραμύθια, για μικρά παιδιά, για μεγαλύτερα παιδιά, για ενήλικο κοινό. Τη στιγμή που την ακούς να αφηγείται, θαρρείς κι έχεις μπροστά σου μια ταξιδεύτρα του χωροχρόνου που σε πείθει ότι κάπου εκεί, μπροστά στο βλέμμα σου, συμβαίνουν όλα αυτά που ακούς. Έχοντας ξεκάθαρη άποψη για μια καλή αφήγηση, την υπηρετεί και την εξελίσσει όσο ελάχιστοι άνθρωποι στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Οι εμφανίσεις και τα σεμινάριά της εδώ και πολλά χρόνια διατρέχουν ευρυγώνια τη γνώση, τη διασκέδαση, τη σκέψη, τις αισθήσεις, το κέφι.
Έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε σήμερα στο ELNIPLEX την προφορική αφηγήτρια και ψυχοπαιδαγωγό Σάσα Βούλγαρη.
Συνέντευξη στον Απόστολο Πάππο

 “Έχουμε βγάλει την αφήγηση, την προφορικότητα από την καθημερινή ζωή μας”

sassa_voulgari_interview6

Πόσο σημαντικό είναι το αφτί στην τέχνη σου;
Είναι το πιο σημαντικό πράγμα στην αφήγηση. Αυτός που δε ξέρει να ακούει δε μπορεί να γίνει αφηγητής. Όχι μόνο να αντιλαμβάνεται το νόημα των λέξεων αλλά να έχει και τη σωστή σιωπή μέσα του για να δίνει στον άλλον την ευκαιρία να μιλήσει όπως πρέπει. Το αφτί φιλτράρει και μετά ο αφηγητής είναι που θα το κάνει γλώσσα γοητευτικά.

Ο ακροατής πρέπει να έχει “αφτί”; Φαντάζομαι δεν πάνε όλοι οι έτοιμοι ακροατές ν’ ακούσουν κάτι… Τον μαθαίνει ο αφηγητής; Τον ασκεί να μάθει ν’ ακούει;
Επειδή ακριβώς εμείς έχουμε βγάλει την αφήγηση, την προφορικότητα από την καθημερινή ζωή μας, δεν έχουμε υπομονή για να συνομιλήσουμε και να επικοινωνήσουμε. Γιατί μπορεί να υπάρχει επαγγελματική αφήγηση αλλά δεν υπάρχει αφήγηση στη ζωή μας όπως υπήρχε παλιά. Ο ακροατής λοιπόν σίγουρα εξασκείται. Αυτό το λέω εμπεριστατωμένα γιατι έχω άτομα που έρχονται πολλά χρόνια στις αφηγήσεις μου και έχουν αποκτήσει ήδη μία κριτική διάσταση σε αυτά που ακούνε και μου κάνουν πολύ ουσιαστικές επισημάνσεις. Επίσης, κάποιος που έχει ακούσει πολλές αφηγήσεις μπορεί να κρίνει και την ποιότητα ενός αφηγητή, μπορεί να δει λεπτές, ποιοτικές διαφορες από αφηγητή σε αφηγητή αλλά και στον ίδιο αφηγητή. Και με τον καιρό, όταν κάποιος έχει μια εξοικείωση με αυτό το πράγμα, γίνεται και καλύτερος ομιλητής.

Ποια είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας καλός επαγγελματίας αφηγητής;
Προσφάτως είχα την εμπειρία να έρθει σε αφήγηση μου μία κοπέλα με κώφωση. Δεν καταλάβαινε τι έλεγα αλλά διάβαζε τα χείλη μου. Δε χόρταινε να μου λέει πόσο πολύ ενθουσιάστηκε με αυτό που εκπορευόταν από όλο μου το σώμα. Και αυτό μου έχει ξανατύχει με ανθρώπους αλλόγλωσσους που άκουγαν αφήγηση στα ελληνικά και ενθουσιάζονταν με αυτό που έβγαινε από όλη τη διάσταση της αφήγησης. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο καλός αφηγητής έχει ανάγκη να επικοινωνήσει, όχι τόσο να πει αυτό που έχει να πει ή να δείξει τον εαυτό του. Γιατί πολλές φορές υπάρχει η παγίδα του ναρκισσισμού. Δηλαδή να έχω ετοιμάσει κάτι, να μου αρέσει πολύ, να το έχω κάπως σκηνοθετήσει και μέσα μου, αλλά εκείνη τη στιγμή που είναι να αφηγηθώ, να μην πιάνει τίποτα. Εμένα αυτό με κινητοποιεί. Όταν δεν πιάνει, τότε στην επαγγελματική μου πορεία έχουν συμβεί τα πιο μαγικά πράγματα. Γι’ αυτό και τα παιδιά είναι μεγάλο σχολείο. Είναι αυθόρμητα και δε σου χαρίζονται.

Αυτοσχεδιάζεις έτσι;
Αυτοσχεδιάζω συνέχεια γιατί εγώ δεν αποστηθίζω ποτέ. Για μένα καλός αφηγητής είναι αυτός που επικοινωνεί με όλο του το είναι, έχοντας βέβαια φροντίσει πολύ καλά τη γλώσσα του, το υλικό του, τις επιλογές του, το πως έχει “αυτοσκηνοθετηθεί” γύρω από αυτό που παρουσιάζει, τη φροντίδα και την αισθητική που έχει δώσει στα ρούχα του, στην παρουσία του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι μία τέχνη επικοινωνίας, άρα πρέπει να έχεις ασκήσει τον εαυτό σου και να τον καλλιεργήσεις σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτό που θα γεννήσεις εκείνη τη στιγμή, να αισθανθείς ότι δημιουργεί μία συγκίνηση, μία επαφή ουσιαστική με αυτόν που έχεις απέναντί σου, είτε είναι ένας είτε χίλιοι.

“Αφήγηση υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος λαχταράει να πει σε κάποιον κάτι.”

sassa_voulgari_xartografontas

Εκπαιδευτικοί έρχονται πολλοί στα σεμινάρια και τις παραστάσεις σου;
Ναι, πολλοί…

Πολλοί από εμάς δεν είμαστε καλοί αφηγητές παρότι η αφήγηση είναι μεγάλο εργαλείο μέσα σε μια τάξη… Πού το χάνουμε, Σάσα;
Σίγουρα υπάρχουν αυτοί που το ψάχνουν περισσότερο. Αλλά σε έναν άνθρωπο που δε θέλει να το ψάξει τόσο πολύ, αυτό που λέω πάντα είναι “ξεαγχωθείτε, απενοχοποιηθείτε” και μην ξεχνάτε ποτέ ότι αυτό που έχει σημασία είναι η επικοινωνία. Είναι να διαλέξεις με τα παιδιά σου, μικρά ή μεγάλα, μέσα στην τάξη, να δημιουργηθεί αυτή η μαγική στιγμή που η ιστορία να πιάσει τόπο. Αν είναι να την κάνεις εκπαιδευτικό εργαλείο μόνο όπως έχουμε κάνει με όλα τα μαγικά μαθήματα, τα αρχαία ελληνικά, την ιστορία, αυτόματα δεν έχει λόγο και να υπάρχει αυτή η διάσταση. Αφήγηση υπάρχει από τη στιγμή που κάποιος λαχταράει να πει σε κάποιον κάτι. Αφού το λαχταράει, θα βρει και τον τρόπο να το πει και να κάνει και τα παιδιά να τον ακούσουν.

Πότε πρωτολαχτάρησες εσύ να πεις μια ιστορία; Ας πούμε ερασιτεχνικά…
Ερασιτεχνικά είχα ξεκινήσει από φοιτήτρια. Πήγα τότε σε κάποια σεμινάρια στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς όπου έτυχε να στήσουμε κάποια εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία. Εκεί για πρώτη φορά, 19 χρονών τότε, έκανα την κυρά των παραμυθιών και θυμάμαι ότι το λαχταρούσα πολύ αυτό. Από όσα μου πρόσφερε αυτό το κόνσεπτ, εγώ ήθελα αυτό, να λέω παραμύθια.

Το πρώτο παιδί που νανούρισες ήταν το δικό σου;
Όχι (γέλια)! Τα αδέρφια μου τα μικρότερα… Έκανα baby sitting από 20 χρονών. Γιατί έπρεπε να δουλεύω για να σπουδάσω. Και μια από τις πρώτες μου δουλειές ήταν αυτό. Μαγική εμπειρία. Έχω μεγαλώσει τρία παιδιά έτσι (χαμόγελα). Οπότε, νανούρισα από πολύ μικρή ηλικία.

Άρα, μιλάμε για ένα χάρισμα που αναδυόταν με τα χρόνια, έτσι;
Τώρα, μπορώ να το πω άνετα γιατί το ξέρω πια. Ήταν ένα δώρο. Ένα δώρο από το θεό…

“Τρώμε άτσαλα τις λέξεις μας και τις πετάμε άτσαλα, τις ξερνάμε.”

sassa_voulgari_interview4

Σάσα, στην Ελλάδα έχουμε τρομερή παράδοση στο παραμύθι, στους παραμυθάδες γενικώς. Βέβαια με πολλά σκαμπανεβάσματα, κάπου κόβεται το νήμα και τα τελευταία 20 χρόνια κάπου ξαναβρίσκουμε το ενδιαφέρον μας…
Κόβεται με την αστικοποίηση. Με την τηλεόραση. Θυμάμαι, επειδή έμενα Καλλιθέα πολλά χρόνια, όταν ήρθαν μαζικά οι Αλβανοί στην Ελλάδα, βγαίνανε στις πολυκατοικίες, καθόντουσαν στα πεζούλια των πεζοδρομίων και μιλάγανε..

Όπως κάναμε εμείς παλιότερα…
Εγώ το είχα ζήσει αυτό στο χωριό της μάνας μου. Εγώ έζησα και τους παραμυθάδες του χωριού. Το πρόλαβα αυτό ως παιδάκι. Κι αυτό ήταν μια συνέχεια από πολύ παλιά. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι, ας ήταν αμόρφωτοι, είχαν υψηλή καλλιέργεια λόγου και τα παραμύθια τους ήταν, σε σχέση με αυτά που λέμε εμείς σήμερα, διαμάντια. Είχαν απίστευτη γλώσσα. Εμείς τη χάσαμε με την αστικοποίηση και την αποτελειώσαμε με την τηλεόραση. Βέβαια η γλώσσα δεν χάνεται. Δεν χάνεται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τη μιλήσουν. Το θέμα είναι τι κάνουμε με τη σκέψη μας. Γιατί η γλώσσα δημιουργεί σκέψη και η σκέψη γίνεται πράξη. Και νομίζω ότι επειδή ο άνθρωπος έχασε αυτή την ουσιαστική σχέση με τη γλώσσα και το λόγο, έχει καταντήσει αυτό που είναι σήμερα. Δε συνειδητοποιούμε τι λέμε. Τρώμε άτσαλα τις λέξεις μας και τις πετάμε άτσαλα, τις ξερνάμε. Οπότε το πρώτο πράγμα που προσπαθώ να κάνω όταν έρχεται κάποιος στο σεμινάριο να μάθει μαζί μου αφήγηση, είναι να τον μάθω να ακούει.

Το κάνουμε και με τα παιδιά αυτό, Σάσα, ε;
Ακριβώς! Το πρόβλημα με τα σχολεία δεν είναι ότι δεν έχουμε εκπαιδευτικούς ή δεν έχουμε τα βιβλία που θέλουμε να έχουμε. Είναι ότι τα παιδιά αποστηθίζουν, παπαγαλίζουν και δεν μαθαίνουνε να συζητάνε. Το debate, που είναι μια άριστη εκπαιδευτική μέθοδος, είναι η αρχαιοελληνική μέθοδος της διαλεκτικής. Κι εμείς δεν κάνουμε πια debate. Απόδειξη αυτά τα αισχρά debate με τους πολιτικούς που έγιναν τελευταία. Αυτό δεν είναι διαλεκτική. Είναι παράλληλοι μονόλογοι.

Δε μπορώ να διαφωνήσω… Ήθελα να σε ρωτήσω και για το ρόλο που έχει η μουσική σε μια αφήγηση γιατί έχω δει να χρησιμοποιείς διάφορα όργανα που παράγουν μερικούς εκπληκτικούς ήχους…
Εγώ αυτό το ξεκίνησα πρώτη στην Ελλάδα. Δεν ήταν δική μου ιδέα γιατί είχα δει κάποιους άλλους αφηγητές που είχαν απλά οργανάκια, αλλά επειδή μου άρεσε αυτό, ο,τι έβρισκα μπροστά μου το χρησιμοποιούσα. Από απλά όργανα που βρίσκεις στα τουριστικά ήδη -μ’ αυτά ξεκίνησα γιατί δεν ήξερα- μέχρι πέτρες που χτυπούσα, ένα γουδί μπρούτζινο της μητέρας μου. Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να διαβάσω τις νότες αλλά έχω εξαιρετικό αφτί όπως μου έχει πει η δασκάλα μου και έκανα 12 χρόνια χτίσιμο της φώνης μου σε μια πολύ ειδική δασκάλα. Αυτό που κάνω ουσιαστικά είναι να εντείνω ακόμα περισσότερο την απόλαυση του λόγου μέσα από αυτά τα όργανα τα οποία όμως πάλι τα πιάνω αυτοσχέδια. Αυτό είναι οργανικό με το σώμα μου και τη φωνή μου, δεν είναι σκηνοθετημένο. Δυστυχώς έχει γίνει κι αυτό μόδα. Εγώ και με μουσικό που συνεργάζομαι, δεν κάνω πρόβες του στυλ “έτσι θα παίξεις εδώ κι εκεί”. Συνεννοούμαστε γενικά, βρίσκουμε ηχοχρώματα, υφές μουσικές αλλά μετά αυτοσχεδιάζουμε μαζί. Γι’ αυτό και οι μουσικοί μου είναι πάρα πολύ προσεκτικά διαλεγμένοι.

“Η αφήγηση σε βοηθάει να δημιουργήσεις δικές σου εικόνες, σου δίνει μια εσωτερική ησυχία, μια ηρεμία”

sassa_voulgari_interview5

Έχεις δει αρκετές αφηγήσεις στο εξωτερικό, έτσι;
Έχω δει αρκετούς. Γερμανούς, Γάλλους, Άγγλους, Σκανδιναβούς…

Πες μου κάποιον που σου έκανε εντύπωση… Που άντλησες κι εσύ από αυτόν…
Είναι διαφορετικοί. Στην Αγγλία χρησιμοποιούν το δικό τους όπλο που είναι το θέατρο, είναι πιο θεατρικοί στην αφήγησή τους, πιο έντονοι στις κινήσεις τους, με πιο πολλές γκριμάτσες και είναι και η γλώσσα τους έτσι. Αυτό εμένα δεν είναι το αγαπημένο μου αλλά τους απολαμβάνω όταν είναι υψηλής τεχνικής. Στην Γερμανία δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Μου φάνηκαν πολύ φλατ. Έτυχε να πάω σε ένα φεστιβάλ, δεν εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα. Αυτό δεν είναι πολιτικό σχόλιο όμως γιατί εντυπωσιάστηκα με το φιλελληνισμό και τη ζεστασιά τους. Μου φέρθηκαν πολύ καλά. Μου άρεσαν περισσότερο οι Γάλλοι γιατί βρήκα μία πιο μεσογειακή διάσταση. Έχουν πολλά ερεθίσματα από τους Άραβες και τους Αφρικανούς που είναι μεγάλες σχολές. Μια Γαλλίδα με συγκίνησε πολύ, η Κατρίν Ζαρκάτ. Χωρίς να καταλαβαίνω καλά γαλλικά, με έκανε να δω πεντακάθαρες εικόνες με τον τρόπο που έκανε την αφήγησή της, χωρίς να κινείται σχεδόν καθόλου. Αυτή η δωρική αφήγηση πιστεύω ότι είναι η πιο δυνατή. Εμένα παρόλο που με λέει ο Μερακλής “perfomer” επειδή κινώ όλο μου το σώμα, η αγαπημένη μου είναι η καθιστή αφήγηση, όταν μπορώ να το κάνω. Γιατί μόνο τότε φαίνεται η δύναμη του λόγου. Κι αυτή η γυναίκα έκανε αυτό.

Σε μια εποχή ξεκάθαρα της εικόνας και της τεχνολογίας που εσύ κι εγώ δεν τη ζήσαμε στα παιδικά μας χρόνια, η αφήγηση τι έρχεται να πει, να δώσει, να αντιτάξει απέναντι σε αυτόν τον καταιγισμό εικόνων;
Θέλει προσοχή αυτό για να μάθει να ασκεί το παιδί το μυαλό του…

Δεν την εχθρευόμαστε προφανώς την τεχνολογία…
Όχι, καθόλου. Εγώ τη λατρεύω. Έχω δει όλα τα Χόμπιτ, το Game of Thrones…

Σε βοηθάνε αυτά στη δουλειά σου;
Όταν ο άλλος σου παρέχει εικόνες με τέτοια καλλιτεχνική αρτιότητα, ασφαλώς. Εγώ έχω και εικόνες από έναν άλλο τρόπο ζωής που έζησα. Τα παιδιά μας δε ξέρω τι θα έχουν. Όταν τους λες δράκο σήμερα, σκέφτονται μόνο φολιδωτό δράκο κι έχουν εικόνες από άπειρους δράκους. Εγώ δεν είχα τέτοιες εικόνες. Όταν ο παππούς μου έλεγε “δράκος”, έβλεπα το γίγαντα καταρχήν. Καταλάβαινα από τα συμφραζόμενα τι είναι ο δράκος που έλεγε. Τώρα στις αφηγήσεις πρέπει να το εξηγώ στα πιτσιρίκια. Τους λέω πρώτα γίγαντας για να έχουν μια οπτικοποίηση και μετά πάω σιγά σιγά στο δράκο για να τους δώσω κι άλλα γλωσσικά ερεθίσματα. Θεωρώ ότι αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε τώρα. Αλλά αυτό που δίνει η αφήγηση είναι η επικοινωνιακή διάσταση και ότι σε βοηθάει να δημιουργήσεις δικές σου εικόνες, σου δίνει μια εσωτερική ησυχία, μια ηρεμία. Σε κάνει να φαντάζεσαι και να είσαι δημιουργικός με δικές σου εικόνες. Από που φτιάχνουμε εικόνες; Οι παλιοί έφτιαχναν εικόνες από το περιβάλλον τους, τη φύση. Βλέπανε τα πουλιά, τα δέντρα. Λέγανε “κόκκινα μάγουλα σα μήλα”. Δηλαδή η ποιητική τους γλώσσα ερχόταν από όσα έβλεπαν και αισθάνονταν. Άρα το παιδί τα χρειάζεται αυτά τα πράγματα. Πρέπει να παρατηρεί. Πώς θα αγαπήσει τη φύση. Λέμε στο παιδί “πρέπει να αγαπάς τα δέντρα”. Αυτό είναι νεκρό πράγμα να του το λες. Αν δεν φυτέψει δέντρο, αν δεν το αγκαλιάσει, αν δεν ακούσει παραμύθι που το δέντρο κλαίει γιατί το κόβεις κι έχει μέσα μια νεράιδα, πώς θα το αγαπήσει το δέντρο; Δεν έχει αυτό το ανιμίστικο στη σκέψη που είχαμε άλλοτε και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Θυμάμαι εμείς κλαίγαμε όταν κοβότανε ένα μεγάλο δέντρο. Το έχω ζήσει αυτό. Ένα παιδί που δεν το έχει αυτό; Υπάρχουν παιδιά σήμερα που πιστεύουν ότι το κοτόπουλο είναι αυτό το τετράγωνο κομματάκι από τις κοτομπουκιές.

Οι γονείς… Αυτό είναι το άλλο μεγάλο κομμάτι του παιδιού μετά τον εκπαιδευτικό. Τρεξίματα, δουλειές, ο ποιοτικός χρόνος εξανεμίζεται… Υπάρχει ένα μαγικό παραμύθι του Μάκη Τσίτα για το ποιοτικό, ολιγόλεπτο έστω, παιχνίδι μεταξύ πατέρα και παιδιού…
Νομίζω πως πρέπει να κάνουμε λίγο πίσω και να δούμε “μας αρέσει αυτό που ζούμε;” Κάνουμε παιδιά και δε ξέρουμε γιατί τα κάνουμε. Μεγαλώνουμε παιδιά και δε ξέρουμε γιατί τα μεγαλώνουμε. Και την έχω πατήσει κι εγώ πολλές φορές. Μέσα στον εκνευρισμό και την κούραση, ενώ κάνω αυτή τη μαγική δουλειά, να γυρνάω σπίτι μου και να με ενοχλεί που το παιδί μου με θέλει περισσότερο. Και να έχω δυσφορία και κούραση. Και τώρα που πια είμαι η μητέρα ενός εφήβου, συνειδητοποιώ ότι κάθε στιγμή που του έδωσα με χαρά, με αγάπη και παιχνίδι, είναι αυτό που με ανακουφίζει τώρα που τον χάνω σιγά σιγά, γιατί μου φεύγει, πρέπει να φεύγει το παιδί. Προχθές είχαμε μία μαγική στιγμή. Είχαμε έναν φοβερό τσακωμό από αυτούς που στο τέλος καταλήγουμε και οι δύο με δάκρυα. Τέλος πάντων, του ζητάω συγνώμη, μου ζητάει συγνώμη και μου λέει “μαμά, θέλω να δω το Νέμο”, λατρεμένη μας ταινία, που τη βλέπαμε αγκαλιά και είχαμε να τη δούμε πολλά χρόνια. Μου λέει όμως “μαμά, θέλω και να ζωγραφίσω” που επίσης το κάναμε όταν ήταν μικρός, ζωγραφίζαμε πολύ μαζί. Μου λέει: “μαμά, δε ξέρω τι να διαλέξω”. Και του λέω “αγάπη μου ας δούμε και το Νέμο και ας ζωγραφίσουμε παράλληλα με την τηλεόραση ανοιχτή” (γέλια). Και αισθάνθηκα ότι ήταν αυτό ένα τελετουργικό κλείσιμο, μία τελετή διαβατήρια όπου το παιδί μου έλεγε με έναν τρόπο “τι ωραία, κάναμε κάτι που το κάναμε παλιά μαζί”. Σκέψου ένα γονιό που έχει χαθεί μέσα στην αγωνία του πίσω από τη δικαιολογία ότι τρέχει για να βγάλει χρήματα, ότι τρέχει να μαγειρέψει, ενώ θα έπρεπε όλα αυτά να τα πετάμε μπροστά σε ο,τι έχει σχέση με παιχνίδι και χαρά. Όχι μόνο για τα παιδιά μας, για εμάς. Δική μας χαρά είναι. Με τον άντρα μας, με τους φίλους μας. Κι αυτό ακριβώς με παρηγορεί πολύ αυτές τις μέρες κι όταν πάει να με πιάσει μεγάλος εκνευρισμός ή κάτι πάει πολύ στραβά λέω “δεν ήρθαμε στη ζωή γι’ αυτό”. Ζούμε σε μία μαγική εποχή. Μπορεί να ζοριζόμαστε αλλά πιστεύω ότι ανοίγει η εποχή της ειλικρίνειας και ότι όσοι θα ξαναβρισκόμαστε, θα βρισκόμαστε γιατί έχουμε καταλάβει ότι το επιθυμούμε. Και δεν έχει σχέση αν είμαστε φτωχοί, πλούσιοι, εργαζόμενοι, άνεργοι. Υπάρχει μια ανάγκη του ανθρώπου να πει “άει στα κομμάτια με όλα αυτά, πάμε να βρούμε το ουσιαστικό”. Η μαγική λέξη είναι η αγάπη.

Με χάρτες και Ηρακλή στο Ι. Μ. Κακογιάννης και… αλλού

sassa_voulgari_interview3

Πού θα σε δούμε φέτος;
Θα είμαι στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Θα ξεκινήσω με ιστορίες του Ηρακλή.

Πότε ξεκινάς;
Ξεκινάω τη δεύτερη Κυριακή του Νοέμβρη γιατί την πρώτη Κυριακή θα κάνω ένα πολύ εξτρίμ σεμινάριο. Ελπίζω ότι θα βγει όσο διασκεδαστικό το φαντάζομαι γιατί θέλω να προσφέρω και λίγο παιχνίδι στον κόσμο. Θα είναι πώς να φτιάξουμε σενάρια και ιστορίες μέσα από χάρτες. Παραμυθοχάρτες, ρεαλιστικούς, ιστορικούς, βιωματικούς. Έχει πολλές διαστάσεις που είναι και χρήσιμες στην εκπαίδευση γιατί μπορείς να κάνεις από ένα απόλυτα μυθοπλαστικό παιχνίδι με χάρτες μέχρι να το πας σε μια αυτογνωσιακή διάσταση για μια κοινότητα, δηλαδή να το συνδέσεις και με εκπαιδευτικά πεδία. Θα το κάνω πολύ παιχνιδιάρικο, θα είναι με ζωγραφικές, κολάζ, παιχνίδια του γιου μου που δεν τα χρειάζεται πια, ομαδική συνεργασία. Θα είναι ανοιχτό ευρύτερα αλλά στην άκρη του μυαλού μου έχω πολύ υπόψη μου τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς.
Επίσης, έχω το ετήσιο σεμινάριό μου που ξεκινάει σύντομα. Υπάρχουν και αρκετά ακόμα που είναι στο στάδιο της οριστικοποίησης. Θα πάω και Κύπρο για παραστάσεις και κάποια σεμινάρια σε νηπιαγωγούς. Θα αρχίσω να γράφω κιόλας…

Ήταν η τελευταία ερώτησή μου αυτή… Γιατί δεν έχεις γράψει ακόμα…
Τώρα νιώθω την ανάγκη ότι θέλω να γράψω. Δε θέλω να γράψω για να γράψω. Θέλω ένα κόνσεπτ ολόκληρο για ανάγκες που δεν καλύπτονται αυτή τη στιγμή και σκέφτομαι να κάνω μια δουλειά γύρω από αυτό. Θέλω το παραμύθι να ξαναπεί με απλό τρόπο στις ζωές των ανθρώπων.

Σάσα, σε ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ ευχαριστώ…