«Tο “παιδί” είναι τελικά ένα σύμβολο»: συνέντευξη του Σταύρου Παπασταύρου

0
1143

Ήμουν 9 ετών όταν τον πρωτάκουσα μέσα από τις θρυλικές κασέτες του αδερφού μου. Ανάμεσά τους ήταν κι εκείνο το ανεπανάληπτο φεστιβάλ του Χατζιδάκι: Αγώνες Τραγουδιού, Κέρκυρα 1981. “Αγώνες. Άρα κάποιος κέρδισε”, ρώτησα πλαγίως τον μεγάλο αδερφό. Τότε δεν υπήρχε ούτε ίντερνετ ούτε πηγές άμεσης επαλήθευσης πληροφορίας. “Νομίζω κέρδισε ο Παπασταύρου με το Απ’ Την Αρχή”, μου είπε. Υπέροχο τραγούδι ανάμεσα σε πολλά ακόμα αξιόλογα. Και στα 10 σου, αντί να ακούς τα άρτι αφιχθέντα “Μίλα μου για Μήλα”, εσύ να τον ακούς μέσα από το βραβευθέν φεστιβαλικό του. Άτιμη παιδική ηλικία: “Φταίνε εκείνες οι κασέτες”!
Ο Σταύρος Παπασταύρου δεν έσπευσε ποτέ να εξαργυρώσει την επιτυχία του στην Κέρκυρα, τη συνεργασία του με τον απύθμενα τεράστιο Μάνο Χατζιδάκι ή των διάσημων “Μήλων” του. Οι προθέσεις του δεν ταυτίστηκαν ποτέ στο χιτ της επόμενης χρονιάς που σχεδόν κάθε καλός μουσικός είναι σε θέση να γράψει. Συνέχισε να πορεύεται έναν δικό του δρόμο, δρόμο μουσικής, προσεγμένων απόψεων και επιλογών. Σήμερα, μέσα από τις συχνές ζωντανές του εμφανίσεις, συνεχίζει να υπερασπίζεται ο,τι ξεκίνησε από το 78′, την Κέρκυρα, τα Μήλα, τους Γιαπωνέζικους Κήπους: το αυθεντικό.
Συνέντευξη στον Απόστολο Πάππο

papastavrou11Σταύρο, είμαστε στα 1980. Μπουάτ «Tιπούκειτος». Είσαι 26 χρονών όταν για πρώτη φορά παίζεις τραγούδια σου σε κοινό. Πώς είναι αυτή η εμπειρία για σένα;
Ήταν μια μαγική εποχή. Ο «Τιπούκειτος», εκτός από μουσικό στέκι, ήταν κι ένας χώρος που στέγαζε τα τρελά οράματα του δημιουργού του, του Γιώργου Μπουκουβάλα. Στη σκηνή του «Τιπούκειτου» έπαιζα το ρόλο του «μπαλαντέρ» -κυριολεκτικά και μεταφορικά!- τραγουδώντας ο ίδιος μπαλάντες από τον πρώτο μου προσωπικό δίσκο, την «Ξάγρυπνη πόλη», αλλά και συνοδεύοντας όλους τους υπόλοιπους καλλιτέχνες με την κιθάρα. Εκεί γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η φιλία μου με την Κρίστη Στασινοπούλου, με την οποία συνεργάστηκα για πολλά χρόνια στη συνέχεια. Με την Φλέρυ Νταντωνάκη είχα ήδη μια πολύ βαθιά σχέση και είχα εξοικειωθεί με το πώς να συνοδεύω στη σκηνή αυτή την τόσο ιδιαίτερη και γοητευτικά «απείθαρχη» προσωπικότητα, χωρίς να αγχώνομαι από τις απρόβλεπτες αντιδράσεις της και την ελευθερία με την οποία εκφραζόταν, μη δίνοντας συχνά σημασία ούτε στη φόρμα ούτε στη ρυθμική αγωγή των τραγουδιών. Εκεί γνώρισα επίσης το Νικόλα Μητσοβολέα και την Ελένη Τζαννή, που ποτέ δεν έμαθα αν συνέχισε με το τραγούδι, καθώς και το Γιάννη «Μπαχ» Σπυρόπουλο.

Πώς νιώθεις τώρα κοιτώντας πίσω 34 χρόνια σε εκείνη την εποχή που ξεκινούσες;
Δεν θα το πιστέψεις, αλλά μετά από 34 ολόκληρα χρόνια, η σχέση μου με τις ζωντανές συναυλίες είναι ακριβώς ίδια! Αυτό που κάποτε ονόμαζα «τρακ» εξακολουθεί να υπάρχει αμείωτο, μόνο που τώρα το βλέπω κάτω από άλλο πρίσμα: ξέρω ότι δεν είναι παρά μια ανάγκη να επικοινωνήσω με το κοινό χωρίς τις «ευκολίες» και τα «στάνταρ» που αποκτά μοιραία κάθε καλλιτέχνης με τον καιρό, σαν να τραγουδώ για πρώτη φορά. Πιστεύω πως έτσι μόνο μπορεί να προσφέρει κανείς συνειδητά. Ο «αυτόματος πιλότος» είναι για τις πίστες και για άλλου είδους μουσική από αυτήν που εγώ αγαπώ.

Το 1981 κερδίζεις το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ της Κέρκυρας και λίγο καιρό μετά κυκλοφορείς τον δεύτερο σου προσωπικό δίσκο με διευθυντή ορχήστρας τον Μάνο Χατζιδάκι. Πόσο εύκολο ήταν να κερδίσεις την μουσική «εύνοια» ενός ανθρώπου σαν το Μάνο Χατζιδάκι; Πώς γίνεται η πρώτη γνωριμία σου μαζί του;
Ο Μάνος ήταν ένας άνθρωπος που μου προκαλούσε πάντοτε δέος, ένας ζωντανός μύθος, και ο λόγος που δήλωσα συμμετοχή σε μουσικό διαγωνισμό –κάτι που πάντοτε αντιπαθούσα- ήταν να «στηθώ στην κρίση του». Το «Απ’ την αρχή», που τελικά βραβεύτηκε, γράφτηκε ειδικά για τους Αγώνες, όπως και ο «Θολός Καθρέφτης», το δεύτερο τραγούδι που έστειλα και πέρασε στα 30. Ο χρόνος ώσπου να βγουν τα αποτελέσματα δεν περνούσε για μένα. Μια μέρα, επιστρέφοντας στο πατρικό μου, μαθαίνω από τη μητέρα μου ότι «είχε πάρει τηλέφωνο ο Χατζιδάκις και είχε αφήσει το νούμερό του, για να τον πάρω να κανονίσουμε ραντεβού. Ήθελε λέει να με γνωρίσει»! Νόμιζα πως ονειρεύομαι! Σε λίγο άκουγα τη γνώριμη, ιδιότυπη φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής. Και εντελώς αναπάντεχα, από ένας μακρινός και απρόσιτος «μύθος» είχε γίνει για μένα ένας φίλος. Εκείνη η μέρα, καθώς και η συνέχεια της ιστορίας, σημάδεψε την σχέση μου με τη μουσική δημιουργία. Παρόλο που ποτέ δεν κατόρθωσα να του μιλήσω στον ενικό, τον ένιωθα πάντα σαν ένα καταδικό μου άνθρωπο, άλλοτε σαν φίλο, άλλοτε σαν πατέρα. Ήταν ένας άνθρωπος με απίστευτο ταλέντο, υψηλή αισθητική και ευρύτατη σκέψη, ένας επαναστάτης, ένας σοφός. Το κενό που άφησε φεύγοντας παραμένει δυσαναπλήρωτο. Θα τολμούσα να πω ότι ήταν ο τελευταίος «μεγάλος άντρας» αυτού του τόπου.

Προφανώς ήταν πολύ σημαντικό να σε αποδεχτεί, να σε ακούσει, να σε δισκογραφήσει ο Μάνος Χατζιδάκις…
Πραγματικά. Για μένα ήταν το σημαντικότερο πράγμα που συνέβη στη διάρκεια της μουσικής μου καριέρας, ακριβώς γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν πάντα ένα σημείο αναφοράς κι ένας οδηγός. Το ότι εκτίμησε τη δουλειά μου, το ότι με συνόδευσε στο στούντιο και διηύθυνε τους εξαιρετικούς μουσικούς που έλαβαν μέρος στις ηχογραφήσεις των τραγουδιών μου, ήταν  για μένα κάτι σαν θεία ευλογία. Και κάτι πολύ σημαντικό επίσης: ποτέ δεν επενέβη μουσικά σε αυτό που ήθελα να βγει ως αποτέλεσμα. Απλώς, με την τεράστια πείρα του, έπιασε την ουσία και την ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο.

papastavrou13Με το “παιδικό” τραγούδι πώς «μπλέκεις»; Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο «είδος» που πολλοί καλλιτέχνες τόλμησαν αλλά και πολλοί απέφυγαν. Τι σε ωθεί να τραγουδήσεις και να συνθέσεις «παιδικά» τραγούδια λοιπόν;
Αυτό ξεκίνησε από την οικογένεια: η αδελφή του πατέρα μου και αγαπημένη μου θεία Ντίνα Χατζηνικολάου, μετά από κάποια χρόνια που έγραφε τραγούδια –την εποχή του νέου κύματος- αφοσιώθηκε τελικά στην παιδική λογοτεχνία, γράφοντας πολλά ποιήματα, που λίγο αργότερα βραβεύτηκαν και μπήκαν και στα αναγνωστικά του Δημοτικού. Εγώ, προς μεγάλη της χαρά, μελοποίησα αρκετά από αυτά, τα οποία δυστυχώς δεν είχαν την τύχη να δισκογραφηθούν, εκτός από κάποια που εκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα ως συνοδευτικό cd του βιβλίου της «Τραγουδώ τα αγαπημένα μου παραμύθια». Εκείνη ήταν που, ως μέλος κριτικής επιτροπής για την βράβευση παιδικών βιβλίων, με έφερε πρώτη φορά σε επαφή με την ευφάνταστη πέννα του Ευγένιου Τριβιζά! Έχοντας στ’ αυτιά μου τα πρωτότυπα και ήδη θρυλικά τραγούδια της «Λιλιπούπολης», είχα πειστεί πλέον ότι το παιδικό τραγούδι είναι ένας πολύ μεγάλος και όμορφος κόσμος κι ότι το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται με υπευθυνότητα και σοβαρότητα και όχι ως ένας «καθυστερημένος νάνος». Το παιδικό τραγούδι έγινε για μένα μια σημαντική πρόκληση και μου υποσχόταν ένα πεδίο έκφρασης χωρίς όρια και δεσμεύσεις.

Το «Μίλα μου για Μήλα» είναι ένας από τους σημαντικότερους «παιδικούς» δίσκους όλων των εποχών και έχει τραγουδηθεί σε κάθε ελληνικό σχολείο και σπίτι.  Πρόσφατα επανακυκλοφόρησε. Γύρισε το χρόνο στα 1984-85. Ετοιμάζεις το δίσκο. Πώς αισθάνεσαι;
Τα τραγούδια αυτού του άλμπουμ γράφτηκαν σε ελάχιστο χρόνο. Το πρώτο που έγραψα ήταν το ομώνυμο, το οποίο κυριολεκτικά γράφτηκε «από μόνο του»! Κοντά στο λογοπαίγνιο μεταξύ «μίλα» και «μήλων» δεν είχα παρά να προσθέσω κι ένα μουσικό παιχνίδι με τις νότες «μι» και «λα», που μου υπαγόρευσε τη βασική μελωδία! Διασκέδασα διαβάζοντας τους στίχους του Ευγένιου, του οποίου δεν γνώριζα καν το πραγματικό όνομα ξεκινώντας τη σύνθεση. Συμμετείχε στον διαγωνισμό με το ψευδώνυμο «Υπνοβάτης»! Του έστειλα demo από τρία τέσσερα τραγούδια. Η ανταπόκρισή του ήταν άμεση και ενθουσιώδης, μιας και έχουμε παρόμοια αίσθηση του χιούμορ και μας συνδέει μια κοινή αγάπη για τα λογοπαίγνια και τον σουρεαλισμό.

Φοβόσουν για το αποτέλεσμα ή είχες κάποια σιγουριά γι’ αυτό;
Ήμουν απόλυτα σίγουρος για το αποτέλεσμα, διότι τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν με μεγάλο κέφι… Μάλιστα όταν κάποιος μουσικοκριτικός της εποχής έγραψε ότι «ο δίσκος είναι δύσκολος και μοιάζει να απευθύνεται σε μικρούς Μότσαρτ», παραξενεύτηκα πολύ και μου φάνηκε εντελώς υπερβολικό το σχόλιο… Βλέπεις, υπήρχε ήδη η «Λιλιπούπολη». Ένας λόγος παραπάνω να μην έχω αμφιβολίες ως προς τις «δυσκολίες» στη φόρμα ή τη μελωδική γραμμή.

papastavrou4Θα πω τώρα μια λέξη και τα υπόλοιπα θα τα αφήσω σένα. Φρουτοπία.
Μια λέξη που ασκεί αληθινή μαγεία στα παιδιά, ακόμα και σήμερα! Τα «Μήλα» αρχικά επρόκειτο να έχουν ως τίτλο «Φρουτοπία», αλλά μια σειρά από άτυχες συμπτώσεις μας ανάγκασε να αλλάξουμε τον τίτλο την τελευταία στιγμή… Καλύτερα, όμως, έτσι, αφού το σλόγκαν αυτό έγινε αγαπητό σε μικρούς και μεγάλους και το έχουν χρησιμοποιήσει ακόμα και εταιρίες για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους! Να προσθέσω εδώ ότι υπάρχουν κάποιες παρεξηγήσεις γύρω από το «Μίλα μου για Μήλα» και την Φρουτοπία»: καταρχήν η επιλογή των δύο από τους τρεις ερμηνευτές (Σπύρος Σακκάς και Σαβίνα Γιαννάτου), όπως και η γενική μουσική ατμόσφαιρα του δίσκου, έκαναν αρκετούς να νομίσουν ότι τα τραγούδια αυτά είναι από την «Λιλιπούπολη», ενώ δεν έχουν καμία σχέση! Επίσης, κάποιοι νομίζουν ότι τα τραγούδια της τηλεοπτικής «Φρουτοπίας» τα έχω γράψει εγώ… Όμως, εγώ έχω γράψει τη μουσική και τα τραγούδια της θεατρικής «Φρουτοπίας» στην πρώτη της μορφή, όπως την ανέβασε ο Θίασος ’81.

Πέρα από το πασίγνωστο «Μίλα μου για μήλα» έκανες αρκετές ακόμα δουλειές που απευθύνονται κατά κύριο λόγο στα παιδιά. Τι κάνει έναν δίσκο (μια δουλειά) να ξεχωρίζει τόσο πολύ όσο το “Μίλα μου για μήλα” ενώ άλλες –εξίσου ίσως όμορφες- να μη γνωρίζουν την ίδια αναγνώριση στο κοινό;
Τα «Μήλα» είχαν όλες τις προϋποθέσεις για να γίνουν «χιτ»: έξυπνο και τρελό στίχο, ποικιλία σε μελωδίες και ενορχηστρώσεις, εξαιρετικούς ερμηνευτές… Θα έλεγα πως οι δίσκοι που απευθύνονται στα παιδιά είναι τριών ειδών: οι συμβατικοί και γλυκεροί, με τις παιδαριώδεις μελωδίες και τα υποκοριστικά, οι δίσκοι που μιμούνται τις εμπορικές συνταγές και τους ρυθμούς των «μεγάλων» και τέλος οι δίσκοι που γίνονται με πραγματική αγάπη και μόνη τους πρόθεση είναι να αγγίξουν την παιδικότητα μέσα σε κάθε άνθρωπο. Φιλοδοξία και παντοτινή μου προσπάθεια είναι να φτιάχνω δίσκους της τρίτης κατηγορίας!

Σταύρο έχεις γράψει μουσική για ταινίες, ντοκιμαντέρ, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές σειρές, για βιβλία με παραμύθια, για CD-ROM. Στις εμφανίσεις σου κάνεις συχνά αφιερώματα στο ιταλικό τραγούδι, τη ροκ που αγαπάς και άλλες μουσικές. Υπάρχουν κάποια πράγματα που αγαπάς περισσότερο από όλα αυτά που έχεις δημιουργήσει; Ο καλλιτέχνης αγαπά το ίδιο όλες του τις επιλογές ή μοιραία μέσα του κάποια πράγματα σκαρφαλώνουν πιο ψηλά;
Στις ζωντανές εμφανίσεις μου σπάνια έλεγα αποκλειστικά και μόνο δικά μου τραγούδια. Προτιμούσα πάντα να προτείνω μουσικές κάθε είδους, που έχουν ωστόσο ένα βασικό κοινό στοιχείο: δεν στηρίζονται σε κλισέ και συνταγές και αποτελούν «μουσική πρόταση». Με ενδιέφερε πάντα περισσότερο η ψυχαγωγία (η αγωγή της ψυχής) παρά η διασκέδαση (ο διασκορπισμός). Επίσης απέφευγα να λέω «γνωστά» τραγούδια. Τα γνωστά τραγούδια τα ακούει συνήθως κανείς μηχανικά, ενώ τα άγνωστα απαιτούν την προσοχή του, τον ξυπνούν!

Το «Απ’ την αρχή» είναι κατά την άποψή μου ένα πολύ σημαντικό τραγούδι της ελληνικής δισκογραφίας. Πώς είναι (ποια είναι τα συναισθήματα, οι συγκρίσεις) για έναν τραγουδοποιό να διασκευάζεται ένα τραγούδι του όπως αυτό;
Το συγκεκριμένο τραγούδι το έχω τραγουδήσει τόσες φορές, που δεν μπορούσα ποτέ να το σκεφτώ διασκευασμένο. Η διασκευή που του έκανε ο Jose Promis και ο ενορχηστρωτής Ian Matthews ήταν μια μεγάλη –και πολύ ευχάριστη!- έκπληξη για μένα! Μου αρέσει γιατί είναι εντελώς διαφορετικό, πρωτότυπο και απόλυτα σημερινό!

papastavrou14Σταύρο, πώς βλέπεις τα πράγματα στο παιδικό τραγούδι; Έχεις κάνει πολλές και αρκετά πετυχημένες δουλειές στο είδος αυτό και θεωρώ ότι η γνώμη σου έχει μεγάλη βαρύτητα.
Έχουν αρχίσει να γίνονται αρκετές δουλειές για παιδιά τελευταία… Ανάμεσα σ’ αυτές υπάρχουν και διαμάντια. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής υπηρετεί μια κακώς εννοούμενη εμπορικότητα. Θυμάμαι πόσο είχα εκπλαγεί τις δύο φορές που ήμουν στην κριτική επιτροπή της Eurovision Junior, βλέποντας και ακούγοντας «μικρομέγαλα» να μιμούνται τα νάζια των αοιδών της μόδας και αναπαράγοντας έναν κόσμο κάθε άλλο παρά παιδικό ακόμα και με τον τρόπο που ήταν ντυμένα ή που χόρευαν…

Κάθε καλλιτεχνική δημιουργία εμπεριέχει ενδεχομένως και την αρχική, βαθύτερη πρόθεση του καλλιτέχνη. Πιστεύεις στην πρόθεση του καλλιτέχνη; Οι δικές σου προθέσεις ποιες είναι όταν δημιουργείς κάτι; (είτε παιδικό είτε όχι)
Κατά τη γνώμη μου, όλα εξαρτώνται από αυτή τη λέξη: αν η πρόθεσή σου γράφοντας ένα τραγούδι είναι να πλουτίσεις, θα σερβίρεις ένα εμπορικό κατασκεύασμα και θα βγάλεις λεφτά… Αν η πρόθεσή σου είναι να εκφραστείς και να είσαι συνεπής με τον εαυτό σου, τότε θα είσαι αληθινός. Όλα είναι θέμα επιλογής, διάκρισης και πρόθεσης.

«Στο πάρκο πληθαίνουν τα παιδιά και μεσ’ την ερημιά μαθαίνουν τη ζωή». Πώς μαθαίνουν τα σημερινά παιδιά τη ζωή; Βοηθάει ο τρόπος ζωής;
Τα παιδιά ανέκαθεν βιάζονταν να μεγαλώσουν. Σήμερα η παιδική ηλικία διαρκεί όλο και λιγότερο. Τα παιδιά είναι κι αυτά θύματα της υπερ-πληροφόρησης. Οι «κασέτες» του μυαλού τους εγγράφονται με χιλιάδες προκατασκευασμένες ιδέες και πρότυπα. Δεν προλαβαίνουν να ζήσουν στην αθωότητα. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι το «παιδί» είναι τελικά ένα σύμβολο, δεν έχει να κάνει με την ηλικία, αλλά με μία εσωτερική κατάσταση… Ακριβώς γι’ αυτό το παιδί θέλω να γράφω τραγούδια!

Υπάρχουν πράγματα που έχεις στα σκαριά; Περιμένουμε κάτι;
Σήμερα ο δίσκος είναι μια υπόθεση που σιγά-σιγά τελειώνει. Ο κόσμος κατεβάζει μουσικές από το Ίντερνετ, βλέπει συναυλίες κι ακούει ολόκληρα άλμπουμ στο youtube… Έχω πολλά τραγούδια έτοιμα, υλικό για αρκετούς δίσκους. Υπάρχουν επίσης πράγματα που έχω γράψει για παραστάσεις, ταινίες, εκπομπές στην τηλεόραση, και ποτέ δεν  εκδόθηκαν. Δεν ξέρω αν ποτέ θα γίνει αυτό. Δεν ξέρω καν αν έχει νόημα. Το βέβαιο είναι πάντως ότι, όσο μπορώ, θα κάνω ζωντανές εμφανίσεις και θα τραγουδάω μπροστά στο κοινό. Αυτές οι στιγμές, αυτή η άμεση επαφή με τον ακροατή είναι κάτι που ευτυχώς δεν ακολουθεί τη μόδα!

Σταύρο, σ’ ευχαριστούμε από καρδιάς.

papastavroustavros