Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν-Η επιστροφή, της Λου Κουένζλερ

0
475

Πολλά βιβλία για παιδιά και νέους έχουν πάθει κινηματογράφο ενηλίκων. Και μάλιστα γρήγορο, αμερικανοτραφή κινηματογράφο. Η πλοκή τρέχει σφαίρα, η εξέλιξη πάει με ρυθμούς ιλίγγου, οι χαρακτήρες δεν πλησιάζονται, δεν αναλύονται, είναι φορείς διεκπεραίωσης της ιστορίας, οι ανατροπές είναι συνήθεις και ικανοποιητικές, η πείνα για γρήγορη εικόνα θρέφεται. Την ίδια διαχείριση βλέπεις σε πολλά βιβλία. Έχουμε πέσει ένα σκαλί τουλάχιστον σε λογοτεχνική ποιότητα για να εξυπηρετήσουμε αυτήν την “κινηματογραφίτιδα”, την γρήγορη εικόνα της εποχής. Κι όταν κάτι δεν τρέχει, είναι αργό, είναι βαρετό, “δε σε κρατάει”.

Ναι. Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα τα Περνούν (Η επιστροφή) δεν τρέχει, δεν σε αποσβολώνει με την ταχύτητά του και ίσως κάποιοι να το βρουν βαρετό. Όμως είναι κανονική, ποιοτική λογοτεχνία, παιδιά. Δεν είναι η τρεχαλητή, σύγχρονη περιπέτεια. Ίσως γιατί έτσι γράφει η Λου Κουένζλερ της οποίας δυστυχώς δεν έχω διαβάσει άλλο βιβλίο. Ίσως, πιθανότερο, γιατί αποτελεί το sequel ενός περιθρύλητου μυθιστορήματος του 1906 από την Edith Nesbit, του The Railway Children (σε συνέχειες από το 1905 στο περιοδικό The London Magazine), τότε που συγγραφέας ήσουν αν έγραφες λογοτεχνία, όχι κινηματογραφικό σενάριο μεταξύ Τζέιμς Μποντ και Λίαμ Νίσον στο Taken (για να αναφέρω adventure δείγματα που προσωπικά αγαπώ).

Δε ξέρω πως είναι να παίρνεις ένα κλασικό μυθιστόρημα και να το συνεχίζεις. Μέχρι τώρα βλέπαμε να διασκευάζονται, να επαναγράφονται και να επαναπροσεγγίζονται τέτοια έργα. Να θυμηθούμε περί των ελληνικών γραμμάτων τον Μάνο Κοντολέων που έκανε μια εξαιρετική επαναπροσέγγιση του Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Όμως, εδώ η Λου Κουένζλερ αποφασίζει να πιάσει το Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν και να το τραβήξει λίγο προς το μέρος της, προς την εποχή της.

Στο βιβλίο του 1906, παρακολουθούμε μια οικογένεια να μετακομίζει από το Λονδίνο σ’ ένα σπίτι κοντά στο σιδηρόδρομο του Γιορκσάιρ, καθώς ο Βρετανός πατέρας φυλακίζεται αφού κατηγορείται αδίκως για κατασκοπεία. Οι ζωές των μικρών Ρομπέρτα, Πίτερ και Φίλις αλλάζουν. Η μετακόμισή τους στην επαρχία δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, το νέο σπίτι τους βρίσκεται δίπλα από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Συναντήσεις στον σταθμό των τρένων, μυστικά και κατασκοπίες, προσπάθειες για επανένωση της οικογένειας και αποφυλάκιση του πατέρα με φόντο τον σύγχρονο της εποχής συγγραφής του βιβλίου ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο (Φεβρουάριος 1904-Σεπτέμβριος 1905). Αυτά είναι εκείνα τα παιδιά που έβλεπαν τα τρένα να περνούν.

Τα παιδιά του 1905, τώρα, στο Λονδίνο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου επιστρέφουν 35 χρόνια μετά, αφού βρισκόμαστε στον δύσκολο χειμώνα του 1940, με τους Γερμανούς να στήνουν πάρτι από ξηράς και αέρος και τους συμμάχους να είναι ακόμα αμήχανοι. “…τα εχθρικά αεροπλάνα έριχναν βόμβες στην πόλη κάθε βράδυ”.

Η δωδεκάχρονη Έντι ζει με τη μητέρα της στο Λονδίνο. Εκείνη όμως κατατάσσεται στην πολεμική αεροπορία και η Έντι αναγκάζεται να πάει να ζήσει με τη θεία Ρομπέρτα στις Τρεις Καμινάδες, στο Γιορκσάιρ, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Στη διαδρομή με το τρένο προς τη θεία Ρομπέρτα, η Έντι γνωρίζει δύο παιδιά, τον Γκας και τη μικρή του αδελφή, Γκρέτα, τα οποία αν και έπρεπε να κατέβουν στην επόμενη στάση, χάνουν την στάση και κατεβαίνουν στον ίδιο σταθμό με την Έντι. Η θεία Ρομπέρτα και ο θείος Πίτερ (τα πάλαι παιδιά που έβλεπαν τα τρένα να περνούν το 1905, σημ.: τα πραγματικά ονόματα από το βιβλίο του 1906), υποδέχονται χαρούμενοι την ανιψιά Έντι και δείχνουν πρόθυμοι να φιλοξενήσουν και τα δύο αδέρφια. Σημαντικό: το τρίτο παιδί που έβλεπε τα τρένα το 1906 ήταν η Φίλις, η μητέρα της Έντι.

Αυτά τα τρία παιδιά είναι Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν το 1940 πια. Με τον Χίτλερ να σκιάζει την Ευρώπη, να εισβάλλει σε Βέλγιο και Ολλανδία την άνοιξη του 1940 και τον Τσόρτσιλ να εκκενώνει το Λονδίνο ήδη από το 1939 προσπαθώντας να διασώσει κυρίως παιδιά. Σε αυτό το κύμα εκκένωσης του Λονδίνου από την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, την Επιχείρηση με το κωδικό όνομα Μαγικός Αυλός όπως η γερμανική όπερα του Μότσαρτ, εντάσσονται χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά όπως ο Γκας και η Γκρέτα.

Το σχολείο τελειώνει πρόωρα εκείνη την άνοιξη για όλα και τα τρία παιδιά των Τριών Καμινάδων αρχίζουν να εξερευνούν σταδιακά την περιοχή, να αναζητούν τρόφιμα (πώς είναι να κλέβεις μήλα;) και να ψάχνουν ιδανική τοποθεσία να στήσουν το αρχηγείο τους το οποίο τελικά γίνεται σε ένα βαγόνι. Σύντομα παρατηρούν κάποιες ύποπτες κινήσεις στην πόλη, παρακολουθούν και προσπαθούν να ξεσκεπάσουν τους ενόχους… Αλήθεια… ήταν τελικά λάθος που τα δύο αδέρφια δεν κατέβηκαν στον σταθμό τους αλλά ακολούθησαν την Έντι στις Τρεις Καμινάδες; Χμ… δεν γίνονται πάντα έτσι εύκολα λάθη.

Διαφορετικοί σε σθένος και χειραφέτηση ήρωες, καλοδουλεμένη ιστορία, κουμπώμενη υπέροχα στο κλασικό μυθιστόρημα της Έντιθ Νέσμπιτ, όμορφη γραφή γενικώς, με μικρές εκπλήξεις και ανατροπές που καλλωπίζουν, μυστηριώδη πρόσωπα και κινήσεις και έναν διαρκή γοητευτικό συσχετισμό του τότε με το τώρα, των γενεών και του αντίκτυπου του πολέμου κυρίως στα παιδιά και τους μεγαλύτερους που ήταν κάποτε παιδιά.

Σκληρόδετο εξώφυλλο και μυρωδιά παλιού βιβλίου στις σελίδες του. Κανονική λογοτεχνία, όχι συχνή πια. Προτείνεται. Για παιδιά 9-13 ετών περίπου (+-1).

Εκδόσεις Διόπτρα. Μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου και Δέσποινας Δρακάκη.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Αγόρασέ το
Τίτλος: Τα παιδιά που Έβλεπαν τα Τρένα να Περνούν-Η επιστροφή
Τίτλος πρωτοτύπου: The return of the railway children
Συγγραφέας: Lou Kuenzler
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Δέσποινα Δρακάκη
Εκδόσεις: Διόπτρα, Μάιος 2019
Επιμέλεια-Διόρθωση: Βάλια Μπράβου
Σελίδες: 352
Μέγεθος: 14 Χ 20,5
ISBN:
978-960-605-773-1