Το δύο, το τέσσερα και το επτά…νεράκι και τραγουδιστά!

0
905

laxanaxaxanapropadeia_coverΜπορείς να την τραγουδήσεις, να τη δραματοποιήσεις, να παίξεις μαζί της, να φτιάξεις μια καινούργια ιστορία και σχεδόν…να της αλλάξεις τα φώτα! Για την προπαίδεια ο λόγος ασφαλώς!
Εμείς, από αυτήν την υπέροχη συνεργασία της Παυλίνας Παμπούδη με τον Τάσο Ιωαννίδη, ξεχωρίσαμε κάποια τραγούδια. Στο νηπιαγωγείο αγαπάμε πάνω απ’ όλα το τραγούδι, τη μουσική, το χορό, και τις αστείες ιστορίες. Συχνά τις ζωγραφίζουμε κιόλας ή τις φτιάχνουμε απ΄την αρχή.
Δύο αγαπημένες φωνές, αυτές της Ελένης Βιτάλη στο τραγούδι «Οι νάνοι» για την προπαίδεια του εφτά και της Γλυκερίας στο τραγούδι «Οι βάτραχοι» για την προπαίδεια του τέσσερα, όπως και «Οι ποντικοί» για την προπαίδεια του δυο, μας προκαλούν να τραγουδήσουμε στο ρυθμό μικροί και μεγάλοι.

Τα ποντίκια στο ψυγείο για την προπαίδεια του δύο
Το τραγούδι περιγράφει μια αστεία ιστορία δυο ποντικών που μπήκαν στο ψυγείο και φάγανε…Αλήθεια, μπορείτε να θυμηθείτε τι φάγανε και να τα βάλετε με τη σειρά που τα έφαγαν; Πόσο μπορεί να φάει ένα ποντίκι και να μη σκάσει;
Μια ιστορία που προσφέρεται για τραγούδι, δραματοποίηση και παιχνίδι. Φτιάξτε μια λίστα με τις τροφές που υπάρχουν στο ψυγείο του σπιτιού σας και τις προτιμήσεις σας. Δημιουργήστε ένα αλφαβητάρι διατροφής και βγάλτε τα ποντίκια απ’ το ψυγείο.Το αλφαβητάρι μπορεί να περιέχει ζωγραφιές, φωτογραφίες από περιοδικά ή φωτογραφίες από το μεσημεριανό φαγητό των παιδιών, ακόμη και έργα ζωγράφων.

Τα ποντίκια στο ψυγείο (Η προπαίδεια του δύο)
Μια φορά το δυο κάνει δύο,
δυο ποντίκια μπήκαν στο ψυγείο
δυο φορές το δύο κάνει τέσσερα
κι άρχισαν να τρώνε με τα τέσσερα
χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χριτς, χριτς, χριτς
μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ
Τρεις φορές το δύο κάνει έξι
φάγανε την τούρτα του Αλέξη.
Τέσσερις φορές το δύο οχτώ
άδειασαν μια σκάφη παγωτό.
Χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χριτς, χριτς, χριτς
μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ.
Πέντε επί δυο κάνει δέκα
έφαγαν μια κρύα ομελέτα.
Έξι επί δυο κάνει δώδεκα
τσίμπησαν δυο ωμά μπιφτέκια μπόλικα.
Χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χριτς, χριτς, χριτς
μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ.
Εφτα φορές το δυο δεκατέσσερα
φτύσαν τα κουκιά που ‘ ταν απαίσια.
Οχτώ φορές το δυο κάνει δεκαέξι
τώρα το τυρί έχουν ρημάξει.
Χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χρίτσι, χριτς, χριτς, χριτς
μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ, μιάμ.
Εννιά φορές το δυο δεκαοχτώ
σκάσαν τελικά στο φαγητό.
Δέκα επί δυο κάνει είκοσι
κρύωσαν και άρπαξαν μια ίωση.
Γκούχου γκούχου γκούχου γκούχου γκουχ και αψού
γκούχου γκούχου γκούχου γκούχου….αψού

Ο βάτραχος για την προπαίδεια του τέσσερα
Το τραγούδι περιγράφει μια ιστορία για βατράχους. Πόσοι είναι μες το συντριβάνι; Μετρήστε τους γρήγορα γιατί διαρκώς…πληθαίνουν! Ένας βάτραχος, ο Σολ, απ’ όλους ο πιο παλαβός, ερωτεύτηκε τη Λα και της είπε πως τη θέλει μα εκείνη…ε, θα το δείτε!!
Θέλετε να παίξουμε την ιστορία; Εμείς θα κολλήσουμε στο πεντάγραμμο βατραχάκια που παριστάνουν τις νότες. Κάθε βάτραχος έχει το όνομα μιας νότας ο ντο, ο ρε, ο μι, ο φα, ο σολ και η λα. Μπορείτε να σκεφτείτε μια ιστορία για κάθε βάτραχο, πως απέκτησε τ’ όνομα του και να φτιάξετε βιβλιαράκι με τους μουσικόφιλους βατράχους.

Ο βάτραχος (η προπαίδεια του τέσσερα)
Ένα επί τέσσερα, τέσσερα μας κάνει,
βάτραχοι χορεύανε μες στο σιντριβάνι.
Δύο επί τέσσερα, κάνουνε οχτώ,
χόρευε ο Ρε, ο Μι, ο Φα, ο Σι κι ο Ντο.
Τρία επί τέσσερα δώδεκα μας κάνει,
μες στη μέση και η Λα με λαδί φουστάνι.
Τέσσερα επί τέσσερα, κάνουνε δεκάξι,
χόρευαν, πηδούσανε, είχανε λυσσάξει.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουάξ, κουάξ
τραγουδούσαν εναλλάξ.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουάξ, κουαξ
τραγουδούσαν εναλλάξ.
Πλατσουρίζαν, πλατς και πλουτς
και φιλιόντουσαν, ματς μουτς.
Πέντε επί τέσσερα, είκοσι ακριβώς,
ήρθε και ο βάτραχος ο Σολ ο παλαβός.
Έξι επί τέσσερα εικοσιτέσσερα μας κάνει,
γλυκοκοίταζε τη Λα με το λαδί φουστάνι.
Εφτά φορές το τέσσερα, κάνει εικοσιοχτώ,
ωραία βατραχίνα μου για σένα ξενυχτώ.
Οχτώ φορές το τέσσερα, τριανταδύο μας κάνει,
τα μάτια σου τα γουρλωτά με έχουνε τρελάνει.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ
μάτια πλάνα, μπλε, μωβ, σαξ.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ
μάτια πλάνα, μπλε, μωβ, σαξ.
Σ΄αγαπώ κι έχω τρακ
κι έχω πάθει πατατράκ.
Εννιά φορές το τέσσερα, κάνει τριανταέξι,
έλα Λα να σε χαρώ, πες και συ μια λέξη.
Δέκα επί τέσσερα, σαράντα μετρημένα,
η Λα τον λοξοκοίταξε και του ‘πε θυμωμένα:
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ
είσαι βλάκας, είσαι βλάξ.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ, κουαξ
και τον έδιωξε πυξ λαξ.
Βρεκεκεξ, κουαξ, κουαξ,
είσαι βλάκας, είσαι βλάξ.

Οι νάνοι για την προπαίδεια του εφτά
Το τραγούδι περιγράφει μια ιστορία για νάνους. Θαρρώ όλοι γνωρίζουν τους εφτά νάνους! Ας μην τους μετρήσουμε λοιπόν! Ας παίξουμε μαζί τους!
Οι νάνοι περπατούν σκυφτοί και με κάθε μυστικότητα. Βάζουν για ύπνο τα μωρά, ξεσηκώνουν όλους στο γραφείο και κάνουν κέφι κρατώντας και ένα…ντέφι.

Γλέντι έγινε χορός
μα κι ένας καυγάς τρελός
κάποιος έριξε μπουνιά
κάποιος άλλος μια κλωτσιά
και πήραν γρήγορα του Φάνη το μπουφάν
για να πάνε στο χιονοπαγοβουνιστάν.
Μα εκεί βρήκαν τη Μαρία
που τους έφτιαξε…
Αλήθεια, παιδιά, τι τους έφτιαξε;
Μήπως είναι η Χιονάτη που την έψαχναν καιρό;
Μήπως είναι κάποια άλλη που δεν έλεγε το “ρο”;

Η Μαρία μαζεύει μήλα που της δίνει μια γριά
και τα κάνει μαρμελάδα.
Μόλις τρώει λιποθυμά,
μεγάλη ένιωσε ζαλάδα!
Κι ο Φάνης την ξυπνά,
της δίνει δυο φιλιά
και έζησαν για πάντα εκεί
στου χιονοπαγοβουνιστάν την μελένια φυλακή!

Για τους νάνους αν ρωτάτε τι απέγιναν, στ’ αλήθεια μήπως ξέρετε εσείς; Εδώ τα παιδιά φτιάχνουν μια καινούργια ιστορία. Οι εφτά νάνοι γίνονται εφτά χαρούμενοι παππούδες και μεγαλώνουν τα παιδιά της Χιονάτης που μπορεί να τη λένε και Μαρία και Γωγώ με άσπρο δέρμα σαν το χιόνι και ζαχαρωτό μαγιό. Κάθε μέρα φυλάει τα παιδιά και διαφορετικός νάνος γιατί οι υπόλοιποι λόγω κρίσης είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν ως τα βαθιά γεράματα. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα λίγο καλύτερα…

Οι νάνοι ( Η προπαίδεια του επτά)
Μια φορά το εφτά μας κάνει εφτά,
ήρθανε εφτά νάνοι στα κλεφτά.
Δυο φορές το εφτά δεκατέσσερα,
κι είχανε τα μάτια δεκατέσσερα.
Τρεις φορές το εφτά εικοσιένα
κλέψανε το «να» από μια χτένα,
Τέσσερις εφτά εικοσιοκτώ
κλέψανε κι ένα «νι» τηγανιτό.
Βάλανε σε μια μηχανή
ένα «να» και ένα «νι»,
ύπνο φτιάξανε μάνι, μάνι
τα μωρά να κάνουν νάνι.
Πέντε επί εφτά τριανταπέντε
κλέψανε το «ντε» από το πέντε
Έξι επί εφτά σαράντα δυο,
κλέψανε το «φι» απ’ το γραφείο.
Μάζεψαν στο πι και φι
ένα «ντε» και ένα «φι»,
φτιάξανε ένα φίνο ντέφι
για να έχει ο κόσμος κέφι.
Εφτά φορές το εφτά σαρανταέξι
κλέψανε το «μπου» απ’ τη μπουνιά,
Οχτώ φορές το εφτά πενήντα έξι κάνει
κλέψανε το «φαν» από το Φάνη.
Με ένα «μπου» και ένα «φαν»
φτιάξανε ζεστά μπουφάν,
να τα πάρουν να τα παν
στο χιονοπαγοβουνοστάν.
Εννιά επί εφτά εξήντα τρία
κλέψανε το «μι» απ’ τη Μαρία,
Δέκα επί εφτά εβδομήντα κάνει
κλέψανε και ένα «λα» από λαζάνι.
Με ένα «μι» και ένα «λα»
μήλα κόψανε πολλά
και τα ‘κάναν μαρμελάδα
να γλυκάνουν την Ελλάδα.