Το σταχτί πέπλο, του Χρίστου Καλουντζόγλου

0
945

Τίτλος: Το σταχτί πέπλο
Συγγραφέας: Χρίστος Καλουντζόγλου
Εικονογράφηση: Λίζα Ηλιού
Επιμέλεια-Διόρθωση: Μαρία Σπανάκη
Εκδόσεις: Κέδρος, Απρίλιος 2015
Σειρά: ΦΡΙ-στορίες

ISBN: 978-960-04-4580-0
Αγόρασέ το

to_staxti_peplo_feat

Ένα σταχτί πέπλο είχε απλωθεί σε ολόκληρη τη βουνοκορφή. Ο αέρας που φυσούσε έφερνε στα νερά της ρεματιάς αποκαΐδια. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και τα ζώα του δάσους ήταν τρομοκρατημένα μήπως η φωτιά πλησιάσει τις φωλιές τους.
Μια μικρή απερισκεψία ανθρώπου μπορεί να φέρει την καταστροφή, μια πυρκαγιά ξεσπά και τώρα κινδυνεύουν σπίτια, άνθρωποι, ζώα, ολόκληρο το δάσος. Η Πόλι, η πολύξερη κουκουβάγια κάλεσε τα ζώα σε συνάντηση για να αποφασίσουν να δράσουν πριν η φωτιά κατέβει τη ρεματιά.

Πρώτος καταφτάνει ο Φρι, το πουλάκι φορώντας κόκκινο φουλάρι και γιλέκο, εδώ και ώρα καθισμένος σ’ ένα κλαδί χάζευε τα χρώματα της φωτιάς, από ψηλά χωρίς να αντιληφθεί την σοβαρότητα της κατάστασης. Ξαφνικά βλέπουν να πλησιάζει ένας σκαντζόχοιρος που στα αγκάθια του κουβαλούσε μια κουκουνάρα αναμμένη, έτοιμη να σπείρει τη φωτιά. Φαινόταν να ζητάει τη βοήθεια τους. Τη λύση έδωσε η Μάνια, μια σκυλίτσα που τα αφεντικά της την είχαν παρατήσει στο δάσος , μα τώρα αποτελούσε μέλος της συντροφιάς του δάσους. Η Μάνια έδωσε μια γερή σπρωξιά στον σκαντζόχοιρο και τον έριξε στη ρεματιά. Τρόμαξε λίγο, όμως με αύτόν τον παράδοξο τρόπο, η φωτιά έσβησε αμέσως. Τώρα ο σκαντζόχοιρος ανήκει στην παρέα της ρεματιάς και αισθανόταν ασφαλής ανάμεσα σε φίλους. Όλοι καλοδέχτηκαν τον απρόσμενο επισκέπτη, του έδωσαν νερό, τροφή και φωλιά για να ξαποστάσει.

Όμως ο κίνδυνος της φωτιάς παραμόνευε και τα ζώα ήταν σε επιφυλακή. Πρώτη και καλύτερη στη νυχτερινή βάρδια η κουκουβάγια φύλαγε σκοπιά. Μόλις ξημέρωσε ακούστηκε ένα κλάμα στο δάσος και εμφανίστηκε μια μικρή αλεπουδίτσα με καψαλισμένη την ουρά. Κατέβηκε το βουνό, κυνηγημένη από τη φωτιά και αναζητούσε ένα καταφύγιο για να προφυλαχτεί. Σίγουρα θα ακολουθήσουν κι άλλα ζώα κυνηγημένα από τη φωτιά και έπρεπε να είναι έτοιμοι για να τους φιλοξενήσουν. Τώρα στη ρεματιά καταφτάνει η Έρη, ένα κορίτσι με μια πάνινη κούκλα, τη νεγρίτα που ανησυχούσε για τα ζώα και ήθελε να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν καλά. Την κρίσιμη αυτή στιγμή πρέπει άνθρωποι και ζώα να βρίσκονται ο ένας κοντά στον άλλο γιατί αν κινδυνεύσει η ρεματιά, η φωτιά θα φτάσει ως στα σπίτια. Οι πυροσβέστες προσπαθούν να τη σβήσουν και να μην εξαπλωθεί σύμφωνα με τις πληροφορίες που μαθαίνει η Έρη από τις ειδήσεις. Τα ζώα του δάσους όλο και περισσότερα, καταφθάνουν τρομαγμένα και διωγμένα από τις φλόγες, αναγκάζονται ν’ αφήσουν τις φωλιές τους και να ξενιτευτούν ως “πρόσφυγες’ ν’ αναζητήσουν προστασία από τ’ άλλα ζώα στη ρεματιά. Στο πλευρό των ζώων βρίσκεται πάντα η Έρη, που φέρνει χαρτόκουτα για να κοιμηθούν τα τρομαγμένα ζώα και λίγους σπόρους για τα πουλιά.
Αλλά και η μαμά της Έρης, η οποία ήρθε στην πόλη από το χωριό φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά τι θα πει να είσαι «ξένος» σ’ ένα τόπο.  Έτσι μαγειρεύει ένα πιάτο φαγητό παραπάνω για τους τρομαγμένους πρόσφυγες της ρεματιάς. Εμείς θα σταθούμε στα λόγια της Ξένης όπως σκόπιμα ονομάζει ο συγγραφέας τη μαμά του μικρού κοριτσιού.
Στα δύσκολα φαίνονται οι φίλοι. Άμα σταθεί ο ένας δίπλα στον άλλο, μαλακώνει ο πόνος του ξεριζωμού“.

Όταν πέρασε ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη και μπουμπούκιασε το πρώτο αγριολούλουδο στα καμμένα, τα ζώα αποφάσισαν να ξαναγυρίσουν στον τόπο τους και να χτίσουν απ’ την αρχή το σπιτικό τους. Ποτέ δεν θα ξεχνούσαν όμως τους φίλους που τους βοήθησαν την δύσκολη στιγμή, τότε στην πυρκαγιά. Τώρα μέλισσες και λιβελούλες ζουζουνίζουν στον ουρανό και σχηματίζουν ένα πολύχρωμο σύννεφο κι αποχαιρετούν την Έρη, το κορίτσι της ρεματιάς. Τα ζώα αρχίζουν μια νέα ζωή στο βουνό και δίνουν υπόσχεση να ξανασυναντηθούν εκεί στη ρεματιά όπου όλα ξεκίνησαν κια γεννήθηκε μια φιλία παντοτεινή.

Ένα πρωτότυπο βιβλίο για το περιβάλλον, τα οικοσυστήματα και την καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης σε μικρούς και μεγάλους. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν προτάσεις για ομαδικό παιχνίδι από τον Φρι, ερωτήσεις γνώσεων και κρυμμένες λέξεις και τα μικρά και παράξενα από τον κόσμο της ρεματιάς. Ο Χρίστος Καλουντζόγλου προσεγγίζει με έμμεσο τρόπο το θέμα των προσφύγων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να ξενιτευτούν μακριά από τα σπίτια τους. Οι άνθρωποι αυτοί, λόγω επικίνδυνων συνθηκών στον τόπο τους, βρίσκονται πρόσφυγες σε ξένο τόπο και αναζητούν ασφάλεια και προστασία. Πολλές φορές μοιάζουν με τρομαγμένα ζώα που το μόνο που ζητούν είναι ασφάλεια και φιλοξενία.

Οι εικόνες κερδίζουν τις εντυπώσεις με την πρώτη ματιά και ζωντανεύουν την ιστορία με τους ήρωες να αγωνιούν, να συμπάσχουν, να μοιράζονται τις δύσκολες στιγμές αλλά και να καταφέρουν να συμβιώνουν αρμονικά με τον άνθρωπο.