Τσιτσάνης για βρέφη, του Τάσου Ιωαννίδη

0
1030

tsitsanisgiavrefi_coverΝέος δίσκος για τον Τάσο Ιωαννίδη, νέος δίσκος για την ελληνική “παιδική” δισκογραφία που καταφέρνει να περνά από συμπληγάδες και να επιβιώνει. Η νέα παραγωγή της SELINA PRODUCTIONS είναι μια καινοτομία στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Γιατί, αν και στο εξωτερικό υπήρχαν κάποιες προσπάθειες να “κατέβουν” ηλικιακά και να απευθυνθούν σε κοινό που εξ’ ορισμού δε θα απευθύνονταν κλασικά, ηλεκτρικά ροκ και άλλα ακούσματα, στην Ελλάδα του σπάνιου μουσικού πλούτου αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πόσο όμορφη εντύπωση μου είχε κάνει η σειρά Rockabye Baby που είχε φέρει τους Metallica, τον Bavid Bowie, τους Beatles και αρκετούς ακόμα σπουδαίους μουσικούς της παγκόσμιας σκηνής στα αυτιά των πολύ μικρών παιδιών, των νεογέννητων και των βρεφών.

Στην Ελλάδα λοιπόν το τόλμησε πριν λίγες μέρες ο Τάσος Ιωαννίδης, που μετά τα Λάχανα και τα Χάχανα που στέριωσαν και δεν υποχωρούν, έρχεται να βάλει μία ακόμα πινελιά, φέρνοντας αυτό το δύσκολο εγχείρημα στην Ελλάδα και ξεκινώντας το μάλιστα με τον Πατριάρχη της ελληνικής μουσικής, το Βασίλη Τσιτσάνη, του συνθέτη που όρισε και οριοθέτησε το λαϊκό τραγούδι της χώρας, που το διαχώρισε, χωρίς να τσακωθεί μαζί του, από το ρεμπέτικο, που το έβαλε στη νύχτα και τον καημό των Ελλήνων.

Ο δημιουργός μας είχε προαναγγείλει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο elniplex πριν 3 μήνες την ιδέα.  “Ο Τσιτσάνης, θεωρώ, αποκωδικοποιεί μουσικά το DNA της ελληνικότητάς μας. Ας εμβαπτίσουμε τα παιδιά μας μες στα νάματά του.” Κι αυτά τα νάματα θα γυροφέρνουν με κρεμασμένες τις νότες στις κουνουπιέρες των μωρών και των πολύ μικρών παιδιών. 

“Όλοι με ρωτούν γιατί Τσιτσάνης;, είπε στον Ιανό ο Τάσος Ιωαννίδης στην παρουσίαση του δίσκου. “Οι μελωδίες του Τσιτσάνη εμπεριέχουν μια ειλικρίνεια. Η εξελικτική διάταξη των νοτών στις μελωδίες του έχει μια καθαρότητα. Ο μουσικός του λόγος έχει μια απλότητα χωρίς να είναι απλοϊκός. Σε κοιτάει κατάματα και σου λέει την αλήθεια όπως ένα παιδί, σου μιλάει γλυκά, χωρίς υπονοούμενα, χωρίς ενδεχόμενα, χωρίς ιδιοτέλεια όπως ένα παιδί. Έχει μια φυσικότητα σαν την ανάσα μας, σαν την ανάσα των παιδιών. Για τους Έλληνες είναι σα μια μποτίλια οξυγόνου για την ασφυξία μας. Για τα μικρά παιδιά μας η μουσική του Τσιτσάνη είναι το κρυσταλλένιο νερό που μπορεί να τα ποτίσει να μεγαλώσουν με ένα στοιχείο ελληνικότητας εντυπωμένο στο υποσυείδητό τους. Στο σημείωμά μου στο εξώφυλλο του cd, αναφέρω ότι ο Τσιτσάνης αποκωδικοποιεί μουσικά το dna της ελληνικότητάς μας. Η μουσική του έχει μια φωτεινότητα όπως η ποίηση του Ελύτη. Κάνει μια βουτιά στο δημοτικό και το ρεμπέτικο τραγούδι και μας δίνει τη συνέχειά του. Είναι μια συνισταμένη μιας βιωματικής μουσικής γνώσης που είναι κτήμα μας γιατί είναι φτιαγμένη από υλικά της ελληνικής μας παράδοσης. Ο Τσιτσάνης έχει το ρυθμό της καρδιάς μας. Και δεν το λέω σαν ευφυολόγημα. Τα τραγούδια που διάλεξα για αυτήν τη συλλογή έχουν το ρυθμό των χτύπων της καρδιάς των μικρών παιδιών, περίπου 120 bps, δηλαδή 120 χτύπους ανά δευτερόλεπτο. Όλα τα τραγούδια είναι χαρούμενα και ρυθμικά. Ήθελα με τα τραγούδια αυτής της συλλογής να συνοδεύσουμε τα βρέφη στο χοροπηδητό τους, στην κούνια τους, στο μπουσούλημά τους, στη χαρά τους…”

Ακούγοντας τις ενορχηστρωτικές προσεγγίσεις και οργανικές διατάξεις του δίσκου, νιώθεις ότι ο Τσιτσάνης υπαρβαίνει τη νύχτα που απηύθυνε στους ενήλικες. Η μουσική του έτσι όπως προσεγγίστηκε από τον Τάσο Ιωαννίδη και τον ενορχηστρωτή Κώστα Κατωμέρη δεν κατεβαίνει ποιοτικά αν και αφαιρούνται η κιθάρα και το μπουζούκι που βασιλεύουν στη μουσική του συνθέτη. Αλλά γλυκαίνει, ‘ερχεται κοντά στο αναπηδητό των παιδιών, στη φυσική ευθυμία τους.

“Έχω προσεγγίσει την οργανική διάταξη των τραγουδιών έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια πρωινή διάθεση στο άκουσμα, με ήλιο, με χαμόγελο. Τα τραγούδια του Τσιτσάνη έγιναν από τραγούδια της νύχτας για μεγάλους, σε τραγούδια της μέρας για μικρούς. Όλα τα όργανα που επιλέχτηκαν παίζουν ενεργό ρόλο, κινούνται μελωδικά ή ρυθμικά. Δεν υπάρχουν όργανα κομπάρσοι που να παίζουν μακριές νότες για να γεμίσει το άκουσμα. Παράδειγμα, δεν υπάρχει ένα μπάσο που παίζει δύο νότες στο ρυθμό. Αυτά έχουν αντικατασταθεί από ένα ευκίνητο φαγκότο ή από ένα σκωπτικά συμπεριφερόμενο μπάσο κλαρίνο που παρεμπιπτόντως παίζει εξαιρετικά ο Θύμιος Παπαδόπουλος. Όλα τα άλλα πνευστά παίζουν από το μεσαίο ρετζίστρο και πάνω. Δηλαδή δημιουργούν ήχους πιο κοντά στη φωνή της μάνας. Δεν υπάρχει μπουζούκι, δεν υπάρχουν βαθιά κρουστά, δεν υπάρχει κιθάρα, υπάρχει γιουκαλίλι, υπάρχει μπαγλαμαδάκι σποραδικά, το ξυλόφωνο, το μεταλλόφωνο, η μαρίμπα, το τρίγωνο, όλα τα μουσικά που αναγάγουν στη μουσική ενός μουσικού κουτιού είναι παρόντα. Όλα τα όργανα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι σα μια ομάδα πουλιών που κελαηδούν παράλληλα χωρίς να ανταγωνίζονται το ένα με το άλλο. Ηχούν ανέμελα. Ταξιδεύουν τα μικρά παιδάκια καβάλα στο ρυθμό και στη μελωδία, μέσα στον ήχο. Προσδίδουν στην κάθε στιγμή του τώρα ένα χαμόγελο, ένα τσιτσάνειο χαμόγελο¨.

Δε μας αποκάλυψε ακόμα με ποιον συνθέτη θα συνεχιστεί η σειρά και τα νερά είναι θολά καθώς οι μεγάλοι συνθέτες της χώρας είναι μάλλον αρκετοί.

Στην παρουσίαση παρευρέθηκε και ο δημοσιογράφος και μελετητής του Βασίλη Τσιτσάνη που σημείωσε μεταξύ άλλων

“Άμα κάνουμε τεστ πατρότητας στο ελληνικό τραγούδι, πατέρας του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού είναι ο Τσιτσάνης. Μέχρι τον Τσιτσάνη, το τραγούδι είναι ρεμπέτικο.”

“Έπρεπε να είναι στο τέμπλο αυτό. Τσιτσάνης, Πανσέληνος, Θεόφιλος, Μακρυγιάννης, Παπαδιαμάντης, εκεί ανήκει.

“Ποια είναι η ελληνικότητα του Τσιτσάνη. 1947, εμφύλιος πόλεμος. Η Ελλάδα στα δύο. Οι μάνες όμως είναι μάνες. Και η μάνα του αντάρτη και η μάνα αυτού που είναι στο δημοκρατικό στρατό. Δεν είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Όταν τα παιδιά τους είναι σοτν πόλεμο, το ίδιο πονάνε. Όταν τα παιδιά τους ήταν στον εμφύλιο πόλεμο, έγραψε ένα συνταρακτικό τραγούδι. “Κάποια μάνα αναστενάζει”. Αυτό το τραγούδι ειπώθηκε και οι ουρές των μανάδων έπιαναν 500 μέτρα, από το κέντρο της Ομόνοιας μέχρι τα πιεστήρια της Κολούμπια. Μάνες από δω, μάνες από εκεί. Δεν κάνανε διάκριση για το τραγούδι. Αυτή ήταν η ελληνικότητα του Τσιτσάνη, δεν ήταν ταγμένος αριστερός ή δεξιός. Ήταν ταγμένος να συμφιλιώσει τη χώρα. Το μόνο και μέγα πράγμα που λείπει σήμερα. Ψάξαν να βρουν μετά τον πόλεμο δίσκο και δε βρέθηκε, είχαν καταστραφεί από την πολλή χρήση”.

Τέλος, ο Ηλίας Αναγνώστου, εκπαιδευτικός και συνοοδοιπόρος του Τάσου Ιωαννίδη, τόνισε την αξία της μουσικής για τον άνθρωπο, τον αρχέγονο ρόλο της, την αξία της ελληνικής γλώσσας και τη βαθιά σύνδεσή της με τη μουσική. Η μουσική είναι πανταχού παρούσα στην ελληνική μυθολογία και ιστορία. Είναι παρούσα στη θεραπευτική της διάσταση. Η μουσική έχει ξεκάθαρη θέση στην παιδεία των παιδιών. Έχει ξεκάθαρη θέση στο σώμα τους. Η μουσική δεν προσφέρεται μόνο για χαλάρωση και ηρεμία σε ένα βρέφος αλλά προετοιμάζει τις νευρωνικές οδούς για την ανάπτυξη της νοημοσύνης των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας και αποτελεί ένα ισχυρό μέσο μάθησης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου.”

Μια νέα μουσική πρόταση για παιδιά…πριν γεννηθούν μέχρι και περίπου τα 3 τους χρόνια (χωρίς ο χρονικός περιορισμός να είναι για τη μουσική πάντοτε ασφαλής).

Αναλυτικά τα τραγούδια του  δίσκου:

1. Τα καβουράκια
2. Δώδεκα η ώρα
3. Χατζή μπαξές
4. Μ’ ένα πικρό αναστεναγμό
5. Καϊκι μου Αϊ-Νικόλα
6. Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη
7. Στο τούνεζι στη Μπαρμπαριά
8. Σ’ έχω κάνει πέρα
9. Δε με στεφανώνεσαι
10. Πέφτεις σε λάθη