Οι δώδεκα μήνες: λαϊκό παραμύθι

0
2892

Αρχή της ιστορίας μας, καλησπέρα σας κι όμορφη να ‘ναι η μέρα σας…

AlbertJosephMoore-TheLovesoftheWindsandtheSeasonsΈναν καιρό και μια φορά, δεν έχει σημασία αν ήταν κοντά ή μακριά, ήταν σε ένα μικρό χωριό, μια χήρα γυναίκα που είχε πέντε παιδιά. Τόσο φτωχιά ήταν που έκανε ό,τι δουλειά της βρισκόταν. Μα είχε περάσει καιρός και δουλειά πουθενά δεν έβρισκε, τίποτα να κάνει. Αχ. να ‘ναι καλά εκεί η πλούσια γειτόνισσα, η αρχοντοπούλα με τα όλα της που την εφώναζε καμιά φορά, μια στο τόσο, να της ζυμώσει το ψωμί της και κανά δυο δουλειές δύσκολες να της κάμει ακόμα.

Σ’ εκείνα τα ζυμώματα του ψωμιού βρήκε τη λύση για την πείνα των παιδιών της. Κάθε που τελείωνε το ζύμωμα, παιδιά, χαιρετούσε την αρχοντοπούλα δίχως να πλύνει τα χέρια της. Μα πάνω στα χέρια της είχανε κολλήσει ζυμάρια κι από εκείνα έφτιαχνε το φαγάκι των παιδιών της. Πως;  Έπλενε τα χέρια της προσεκτικά σε ένα κατσαρόλι κι εκείνο το νερό με τα ζυμάρια το έβραζε και έφτιανε έναν χυλό ο οποίος μπορεί να έμοιαζε φτωχικός αλλά ήταν αρκετά χορταστικός. Από αυτόν τον χυλό έτρωγαν τα παιδιά της μέχρι η μάνα τους να πάει να ξαναζυμώσει στο σπίτι της αρχόντισσας.

Μα είδε κάποτε η αρχόντισσα τα παιδιά της γειτόνισσας και ήταν ροδομάγουλα και καλοστυλωμένα ενώ τα δικά της που είχανε του κόσμου τα καλούδια κι έτρωγαν φρέσκο το ψωμί, ήτανε άταρα, με πόδια και χέρια σαν καλαμιές. Χρόνο δεν έχασε η αρχόντισσα και το ‘καμε κουβέντα με τις φίλες της καθώς σαράκι είχε γίνει μέσα της η απορία που την έτρωγε. -Εκείνης της φτωχιάς τα παιδιά παχαίνουνε γιατί κάθε που σου ‘ρχεται για ζύμωμα, σου παίρνει την τύχη των παιδιών σου με τα χέρια της. Γι’ αυτό εκείνα δείχνουν ταϊσμένα ενώ τα δικά σου είναι άταρα και μοιάζουν να πεινούνε, της είπανε οι φιλενάδες της. Το πίστεψε η αρχόντισσα και όταν ξανάρθε να ζυμώσει η φτωχή γυναίκα, της ζήτησε πριν φύγει να πλύνει καλά τα χέρια της ώστε η τύχη να μη φύγει από το σπιτικό της. Και γύρισε η φτωχή γυναίκα στο σπίτι της και ζυμάρι δεν είχε ούτε μια στάλα στο χέρι και άρχισε να κλαίει. Και σαν κατάλαβαν τα παιδιά της τι συμβαίνει, κουρνιάσανε σιμά της κι αρχίσανε να κλαίνε κι αυτά με μαύρο δάκρυ. Μα αυτό της σκλήρυνε την καρδιά και είπε στα παιδιά της: -Πάψτε, ακριβά μου, να κλαίτε κι εγώ θα βρω ψωμί να φάμε απόψε. Και πήρε να χτυπά τις πόρτες, σπίτι το σπίτι, μέχρι που βρήκε ένα ξεροκόμματο και αφού το έβρεξε με νερό το μοίρασε στα παιδιά της και τα έβαλε για ύπνο. Και κίνησε μεσονυχτίς να φύγει για να μη δει η καρδιά της τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα. Και καθώς περπατούσε παντέρμη στη νυχτιά, από μακριά είδε ν’ αντιφεγγίζει μια λάμψη φωτός σε κάποιο ύψωμα και τράβηξε για εκεί να ειδεί τι είναι.Και σαν πλησίασε είδε πως ήτανε ένα στρογγυλωπό σκέπαστρο όπου καθόντουσαν δώδεκα παλικάρια και συζητούσανε κάποιο δικό τους ζήτημα με ύφος σοβαρό. Στα δεξιά, στην άκρια, καθόντουσαν τρία παλικάρια που ‘χαν τα στήθια ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν λουλούδια και καρπούς από δέντρα και πράσινο χροτάρι.

Και παραδίπλα τους εκοίταξε κι είδε ακόμα τρεις λεβέντες με πουκάμισα και τα μανίκια σηκωμένα να βαστούν στάχυα ξερά. Και δίπλα από αυτούς, άλλα τρία παλικάρια καθόντουσαν κρατώντας ένα τσαμπί σταφύλι και στο τέλος, στην άκρη αριστερά του στεγάστρου τα τρία τελευταία παλικάρια που φορούσανε μια γούνα μακριά από το λαιμό μέχρι εδώ να, τους αστραγάλους! Την είδαν που κοντοστεκόταν τα δώδεκα παλικάρια και τη φώναξαν κοντά τους. “Πως βρέθηκες στα μέρη μας;” τη ρώτησε ένας από εκείνους με τα λουλούδια στα χέρια.  Και σαν τους είπε την ιστορία της και κατάλαβαν τη φτώχεια της, σηκώθηκε ένας από εκείνους με τις γούνες που κούτσαινε λιγάκι και της γιόμισε ένα πιάτο χορταστικό με όλα τα καλά που είχε το τραπέζι των παλικαριών. Και σαν τηλώθηκε η γυναίκα και έδιωξε την πείνα της, αναστέναξε δυο φορές από ευχαρίστηση και τα παλικάρια κρίνανε πως ήτανε ώρα να τη ρωτήσουνε τις απορίες τους. Τα τρία παλικάρια με τα λουλούδια στα χέρια τη ρώτησαν: -Αλήθεια, κυρία μου, πώς περνάτε στα μέρη σου τους ανοιξιάτικους μήνες, το Μάρτη, τον Απρίλη και το Μάη; Είναι καλή η ζωή την άνοιξη εκεί που ζεις; -Καλά περνάμε, γιε μου, αυτούς τους μήνες. Όλοι οι κάμποι πρασινίζουν, λιώνουν τα χιόνια από τις βουνοκορφές και τρέχουν νερά στα χωράφια και γιομίζει ο κόσμος λουλούδια και χρώματα και ομορφιές και μοσχοβολά ο τόπος και κελαηδάνε τα πουλιά και ζωντανεύει η πλάση. Τίποτε κακό δεν έχει ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης καμωμένο για εμάς τους ανθρώπους, φωτιά να πέσει να μας κάψει αν έχουμε παράπονο. Ύστερα κάποιο από τα τρία παλικάρια με τα στάχια, το μεσαίο ήτανε θαρρώ, τη ρώτησε: -Καλά περνάτε την άνοιξη λοιπόν μας σαν έρχεται το καλοκαίρι με τον Ιούνη, τον Ιούλη και τον Αύγουστο σίγουρα θα υποφέρετε από τη ζέστη ε;

-Όχι, γιε μου! Κανένα παράπονο δεν έχουμε κι από αυτούς. Η ζέστη τους κάνει φρούτα δεκάδες κι ωριμάζουν κι άλλους καρπούς δεκάδες. Τότε θερίζουν οι γεωργοί τα χωράφια τους και γεμίζουν οι αποθήκες τους για το ψωμί του χρόνου και ρούχα δε χρειάζονται πολλά κι οι θάλασσες μερεύουνε κι οι άνθρωποι ψαρεύουνε πιο ξένοιαστοι. Κι ύστερα τη ρώτησε κάποιο από τα άλλα τρία παλικάρια που τα σταφύλια κράταγαν στα χέρια: -Αλήθεια, να σε ρωτήσω κι εγώ. Το Σεπτέμβρη, τον Οκτώβρη και το Νοέμβρη πώς περνάτε; Συμβαίνει τίποτε καλό στα μέρη σας; -Α, αυτούς τους μήνες, οι άνθρωποι μαζεύουν τα σταφύλια και τα κάνουν μούστο και κρασί και ξύδι. Κι έρχουνται λίγη λίγη η βροχή και το κρύο και ξύλα μαζεύουνε να ανάβουνε φωτιές να ζεσταθούνε. Και τα ζώα κουρεύουνε να φτιάσουνε ρούχα ζεστά και πανωφόρια για το χειμώνα που ζυγώνει. Στο τέλος τη ρώτησε και ο πρώτος από τα παλικάρια με τις γούνες: -Για όλους τους μήνες μας είπες. Πες μας και για το Δεκέμβρη, το Γενάρη και το Φλεβάρη με το κρύο; Ποιο παράπονο έχετε; Σας παγώνουνε, έτσι δεν είναι; -Παράπονο; Γίνεται να έχεις παράπονο από αυτούς, λεβέντη μου; Αυτοί οι μήνες αγαπούν τους ανθρώπους κι εμείς το ίδιο εκείνους. Γιατί αυτοί οι μήνες μας κλείνουν μες το σπίτι και μας ξεκουράζουν από τις πολλές δουλειές. Τριγύρω στις φωτιές κάθουνται οι άνθρωποι και ξαποσταίνουν γιατί μετά το χειμώνα θα βγουν για δουλειές πολλές κι η κούραση θα ‘ναι ξανά μεγάλη. Και ρίχνουνε πολλές βροχές κι όλα τα χωράφια ποτίζονται εύκολα και γρήγορα. Όλοι οι μήνες είν’ καλοί, λεβέντες μου, και ο καθένας σοφά την κάμει τη δουλειά του όπως του ορίστηκε. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε όλοι καλοί. Χαμογελαστά όλα τα παλικάρια έγνεψαν στον πρώτο από εκείνα με το σταφύλι και έφερε να δώσει στη φτωχή κυρά ένα λαγήνι σφραγισμένο. -Πάρε αυτό το λαγήνι, καλή μου κυρά και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου και μην αφήσεις την καλοσύνη σου να φύγει ποτέ από κοντά σου. -Πολλά τα έτη σας, γιοι μου, τους είπε η φτωχή γυναίκα κι έφυγε χαρούμενη με το λαγήνι.

Και πριν να ξημερώσει γύρισε σπίτι και βρήκε τα παιδιά της ακόμη να κοιμούνται. Και ζάρωσε σε μια γωνιά και άπλωσε το σεντόνι. Και σαν αναποδογύρισε το λαγήνι, γιόμισε το σεντόνι χρυσά φλουριά και μόνο που δεν ούρλιαξε από τη χαρά της. Περίμενε να ξημερώσει και μόλις έφεξε για καλά, πήγε στο φούρνο και πήρε πέντε καρβέλια και μπόλικο τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της και τα τάισε καλά. Έπειτα πήγε κι αγόρασε σιτάρι και το πήγε στο μύλο να το αλέσει, να το ζυμώσει, να φτιάσει ψωμάκια μπόλικα στο φούρνο να πάει να τα ψήσει. Καθώς γυρνούσε από το φούρνο με τα ψωμιά στον ώμο την είδε η αρχόντισσα η γειτόνισσα. Τρέχει αμέσως να μάθει πως γίνηκε και η φτωχή γυναίκα που δεν είχε να φάει τίποτε, βρήκε αλεύρι και ζύμωσε τόσα ψωμιά. Και η φτωχή γυναίκα της είπε όλη την αλήθεια. Η αρχόντισσα έσκασε από τη ζήλεια της και θέλησε να κάμει το ίδιο. Κοίμισε τα παιδιά και τον άντρα της και πήρε το δρόμο να βρει το στέγαστρο με τα δώδεκα παλικάρια που ήτανε όπως καταλάβατε οι δώδεκα μήνες. -Καλώς την κυρά! Πώς κι από τα μέρη μας;, τη ρώτησαν. -Είμαι φτωχή, πολύ φτωχή κι ήρθα να με βοηθήσετε να ζήσω την οικογένειά μου. -Πεινάς; Θέλεις κάτι να φας;

-Όχι, σας ευχαριστώ, είμαι χορτασμένη, τους είπε. -Ωραία! Για πες μας πως περνάτε κάτω στη χώρα; -Πως να τα περνάμε! Μη χειρότερα, να λέμε! -Με τους μήνες πως τα περνάτε; -Πώς να τα περάσουμε! Ο καθένας τους έχει και το δικό του θυμό. Πάνω που ζεσταινόμαστε το καλοκαίρι, έρχεται ο Σεπτέμβρης κι ύστερα ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας πουντιάζουν. Και μετά έρχονται οι χειμωνιάτικοι μήνες, ο Δεκέμβρης, ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης και μας παγώνουν εντελώς και γεμίζει ο κόσμος χιόνι και δε μπορούμε να βγούμε από το σπίτι πόσο καιρό. Κυρίως εκείνος ο κουτσοφλέβαρος έχει το περισσότερο χιόνι απ’ όλους! Αλλά κι οι άλλοι δεν πάνε πίσω. Ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης δεν καταλαβαίνουν πως είναι μήνες του καλοκαιριού και κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους και φτάνει ο χειμώνας να ‘χει εννιά μήνες! Ζωή είναι αυτή; Και δε φτάνει αυτό…Έρχονται μετά ο Ιούνης, ο Ιούλης κι ο Αύγουστος και μας πνίγουνε στη ζέστη και τον ιδρώτα. Για να μην ειπώ για τους αγέρηδες! Τι να σας ειπώ περσότερο; Η ζωή με τους μήνες είναι ζωή καταραμένη. Δυστυχία μας δέρνει όλο τον χρόνο! Τίποτα δεν της είπανε τα δώδεκα παλικάρια και καθόλου δεν αντέδρασαν. Και σηκώθηκε ο πρώτος από εκείνα με τα στάχυα στα χέρια και της έφερε ένα σφραγισμένο λαγήνι και της το έδωσε: -Πάρε αυτό το λαγήνι, γυναίκα, κι όταν θα πας στο σπίτι σου, σ’ ένα δωμάτιο μονάχη σου άδειασέ το. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις, θα σου το πάρουν όλο. -Και βέβαια δεν τ’ ανοίγω, τους είπε και έφυγε η γυναίκα με χαρά γεμάτη. Κλειδώθηκε μέσα σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη, άπλωσε ένα σεντόνι κατάχαμα και άδειασε το λαγήνι. Μα το λαγήνι είχε μέσα φίδια, μικρά και μεγάλα, που άρχισαν να σέρνονται σ’ όλο το δωμάτιο και γέμισαν οι τοίχοι και τα στρώματα, οι καθρέφτες και οι καρέκλες. Και ούρλιαζε η αρχόντισσα έντρομη και ξύπνησαν όλοι στο σπίτι απ’ τις φωνές της. Δε ξέρω τι της εκάμανε τα φίδια. Δεν έμαθα ποτέ. Πάντως, η αρχόντισσα πλούσια από το λαγήνι δε γίνηκε και δε θα μάθουμε κι αν πήρε και το μάθημά της γιατί εδώ τέλειωσε η ιστορία μου…Τα παιδιά της φτωχής γυναίκας πάντως ζήσαν καλά αλλά νομίζω ότι κι εμείς ζήσαμε αρκετά καλά…ίσως και…καλύτερα…Πάντα καλύτερα!

Χώρισε τώρα ένα φύλλο Α4 στα δυο. Δεξιά κάνε τη φτωχή κυρία. Αριστερά την αρχόντισσα. Δυο πορτρέτα. Εστιάζουμε στις εκφράσεις του προσώπου και τα συναισθήματά τους. Με τον ίδιο τρόπο χωρίζουμε ένα φύλλο στα τέσσερα και ζωγραφίζουμε ένα χαρακτηριστικό της κάθε εποχής. Καλή επιτυχία!