Το καραβάκι που ήθελε να ταξιδέψει ως την άκρη του κόσμου

0
1216

Τίτλος: Το καραβάκι που ήθελε να ταξιδέψει ως την άκρη του κόσμου
Συγγραφέας-Εικονογράφηση: Μάρω Κατσίκα

Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο, 2014
Σελίδες: 32
Μέγεθος: 15, 5 Χ 15, 5
ISBN: 978-960-471-093-5

Αγόρασέ το

tokaravaki_cover“Θέλω να ταξιδέψω ως την άκρη του κόσμου”, είπε μια μέρα το καραβάκι στο κόκκινο πουλί. Δίχως να χάσει καιρό, ξεκίνησε το ταξίδι του σε ένα πελώριο κύμα που το κουβάλησε σε κάθε λογής ομορφιές. Στο βυθό μίλησε με τα ψάρια, στον ουρανό με τα αστέρια. Είδε έρημα κάστρα, γνώρισε σπάνιες πολιτείες πάνω από τα σύννεφα. Αναρωτιόταν όμως: “γιατί οι βάρκες επιστρέφουν πάντα στο λιμάνι;”

Κι όταν το πελώριο κύμα το σήκωσε τόσο πολύ που βγήκε έξω από τον κόσμο, είδε τον υπέροχο κόσμο από ψηλά. Από πολύ ψηλά. Μα ήταν έξω πια από τον κόσμο. Κι η ζωή έχει αξία μόνο μέσα στη θύελλα του κόσμου, ποτέ στην ηρεμία της ιδιωτείας.

Πολύ τρυφερή, ποιητική ιστορία για μικρούς και μεγάλους από την αρχιτέκτονα κατά βάση Μάρω Κάτσικα. Η ιστορία της παίρνει φόρα και έμπνευση από το δημοφιλές ποίημα “Το πανί” του 1832 του Ρώσου λυρικού ποιητή Μιχαήλ Λέρμοντοβ (1814-1841) καθώς το κείμενο της πρώτης και της τελευταίας σκηνής της ιστορίας είναι ελεύθερη μετάφραση της πρώτης και της τελευταίας στροφής του παραπάνω ρώσικου ποιήματος. Το καραβάκι της Μάρως Κατσίκα όμως δεν αντλεί μόνο από τον Λέρμοντοβ. Ο στίχος “τι σκέφτονται όλα αυτά τα καράβια μες στη νύχτα” προέρχεται από το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη “Μια ημερομηνία πριν από χρόνια” από τη συλλογή Εποχές (1945) ενώ το κόκκινο πουλί έρχεται απευθείας από τη σπουδή της Βαρβάρας Στεπάνοβα “Μελετήστε το παλιό, δημιουργήστε το νέο”  που εκδόθηκε το 1919.

Όμορφο κείμενο, σε βραχεία φόρμα σε καλαίσθητη έκδοση τσέπης από το Καλειδοσκόπιο. Με εντυπωσίασε η εικονογράφηση καθώς πέρα από τις πολύ ιδιαίτερες χρωματικές αποχρώσεις του μπλε, του κόκκινου, του πράσινου και άλλων χρωμάτων, όλη σχεδόν η εικονογράφηση βασίζεται σε γεωμετρικά σχήματα, συνηθισμένα (κύκλοι, τρίγωνα, τετράγωνα, ημικύκλια, παραλληλόγραμμα) ή πιο φράκταλ μορφές. Θαρρείς μια εικονογράφηση που την ίδια στιγμή μοιάζει εμπνευσμένη από χέρι ενήλικα μπορεί να την τολμήσει και ένα παιδί. Πολύ ωραία και σα σκέψη και σαν εκτέλεση (μιλώ αισθητικά πάντα και όχι εικαστικά).

Το πανί-Mikhail Yuryevich Lermontov, 1832
(πρόχειρη μετάφραση elniplex.com)

Ένα μοναχικό καράβι αστράφτει λευκό
στην ομίχλη του μπλε της θάλασσας.
Τι ψάχνει σε ξένα μέρη;
Τι άφησε πίσω στο σπίτι;

Κύματα ανυψώνονται, ο άνεμος σφυρίζει
Το κατάρτι του λυγίζει και τρίζει
Αλίμονο, μήτε την ευτυχία αναζητεί
μήτε η ευτυχία το διασώζει.

Κάτω, ένα φωτεινό γαλάζιο ρεύμα
πάνω, μια χρυσή ακτίνα του ήλιου…
Επαναστατημένο, αναζητεί μια θύελλα
σα να μπορούσε να βρει γαλήνη στις θύελλες.

*

Μια ημερομηνία πριν από χρόνια
Μανώλης Αναγνωστάκης
Συλλογή Εποχές 1945

Ζήσαμε πάντα σε υγρές κι ανεξερεύνητες παραλίες
Στα σιωπηλά καφενεία με τις ετοιμοθάνατες καρέκλες
Τα σούρουπα έρχονται και ξανάρχονται κι η θάλασσα είν’ ατέλειωτη
Με τα θαμπά καράβια που φεύγουν και πλανιούνται στο σκοτάδι
Είναι ωραίο και θλιβερό να θυμάσαι τόσα βράδια
Δεμένα μ’ απέραστους καπνούς και με δυο κατάμαυρα μάτια
Κι ένα χέρι που μάκραινε και χαιρετούσε απ’ το λιμάνι
(«Πορτ Σάιδ ‒ Αλεξάνδρεια» στις 20 του Ιούλη).
Ζήσαμε εκείνα τα θλιβερά και μονότονα καλοκαίρια
Κλεισμένοι πίσω από τα σίδερα της θάλασσας
Μετρώντας ένα ένα τα κύματα και τ’ άστρα
Δοσμένοι στην πικρή μας προσμονή.
Άγονες μνήμες.
Τί σκέφτονται όλα αυτά τα καράβια μες στη νύχτα
Που χορεύουν δεμένα τόσα χρόνια και δε γέρασαν
Τυλιγμένα απ’ τις φουρτούνες τόσων και τόσων ταξιδιών
Τί θυμούνται τ’ αναμμένα τροπικά δειλινά
Τα φώτα που λυγίζουν και βουτάνε στο νερό
Τα παιδιά που δεν κοιμούνται και κλαίνε τα βράδια
(«Πορτ Σάιδ ‒ Αλεξάνδρεια» στις 20 του Ιούλη)
Ήταν τα μάτια της θλιμμένα σαν τα καλοκαιριάτικα απογέματα
Κλεισμένα βαθιά στα μυστικά της θάλασσας
Κι ένα χέρι μαλακό και λεπτό σαν τη στοργή
Ένα χέρι μαλακό μπορεί να σε τραβήξει
Τραγουδώντας στα βάθη του πέλαγου στις μακρινές πολιτείες.
Ζήσαμε πάντα στις υγρές κι ανεξερεύνητες παραλίες
Με τη μνήμη πληγωμένη από μάτια και ταξίδια
Δεμένη πίσω απ’ ένα καράβι που δε θα γυρίσει
Μες στους απέραστους καπνούς και τα βραχνά τραγούδια
(«Πορτ Σάιδ ‒ Αλεξάνδρεια» στις 20 του Ιούλη).

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΣ

***

H Μάρω Κατσίκα γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Berlage Institute (Ολλανδία) και ασχολήθηκε ερευνητικά με τη σοβιετική πολεοδομία της περιόδου 1917-30. Έχει μεταφράσει από τα ρωσικά το βιβλίο της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, Μια ζωή μέσα στη φωτιά, Εστία, Αθήνα 2008, καθώς και άρθρα του βυζαντινολόγου Σεργκέι Αβέριντσεβ για το περιοδικό Νέα Εστία. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως αρχιτεκτόνισσα.

Η εικονογράφηση της Μάρως Κατσίκα ακολουθεί τις γραμμές και τα χρώματα του ρωσικού μοντερνισμού. Οι εικαστικές αναφορές είναι άλλοτε υπαινικτικές (Ελ Λισίτσκι, Καζιμίρ Μαλέβιτς, Λιουμπόβ Ποπόβα, Λάζλο Μοχόλι-Νάγκι) και άλλοτε ρητές, όπως είναι για παράδειγμα το κόκκινο πουλί, που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή, και το οποίο εμπνέεται από τη σπουδή της Βαρβάρας Στεπάνοβα, Μελετήστε το παλιό, δημιουργήστε το νέο (1919).

Τα βιβλία της
Το καραβάκι που ήθελε να ταξιδέψει ως την άκρη του κόσμου
Ο Κουκούσκα